User login

Navigation

Global IMC Network

Ιστορίες Κανναβίωσης: Εντός και Πέρα από την Εθνική Ταυτότητα


 

Το παρόν αποτελεί τη δική μου αλήθεια. Όπως όλες η αλήθειες αποτελεί μέρος της Αλήθειας αλλά δεν μπορεί να είναι όλη η Αλήθεια.

Η πορεία μου μέσα στη ζωή είναι μία συνεχής πάλη με την εθνική μου ταυτότητα. Γεμάτη Κύκλωπας γεμάτη Λαιστρυγόνας η πάλη μου είναι μία συνεχής αναζήτηση γεμάτη εμπόδια και νάρκες.

Στην παιδική μου ηλικία η πορεία μέσα στην εθνική μου ταυτότητα ήταν ομιχλώδης και ακατανόητη. Στην οικογένεια μου δεν γίνονταν κουβέντες για αυτή ούτε νουθεσίες. Παντού όμως κυριαρχούσε αόρατη η παρουσία του προπάππου μου του αντάρτη στον οποίο οφείλω το επίθετο μου. Η παρουσία του επιτομή του ανδρισμού, της φαλλοκρατίας και της «ελληνικότητας» – ο πρόπαππους μου πολέμησε στους βαλκανικούς – γέμιζε με δέος την παιδική μου ψυχή αλλά και μια απέχθεια για την ταύτιση της ελληνικότητας γύρω μου με το μουστάκι και τις «ανδροπρεπείς» του πράξεις. Ήμουν ένα ευαίσθητο αγόρι-βούτυρος στα μάτια των ανδρών της οικογένειας. Η «ελληνικότητα» που αποδιδόταν στον προπάππο μου ήταν ένα άπιαστο όνειρο για μένα αλλά ταυτόχρονα καθόρισε την απέλπιδα προσπάθεια μου να «γίνω άντρας και έλληνας» κτίζοντας μπράτσα. Μέχρι σήμερα δεν τα κατάφερα. Μοναδική φωτεινή ακτίδα του πολιτισμού μου ήταν τα παιχνίδια της γειτονιάς. Παίζοντας Έλληνες και Τρώες με αυτοσχέδια σπαθιά, τόξα ακόντια, και με ασπίδες τα τενεκεδένια καπάκια των καλάθων αχρήστων έμαθα περισσότερα για τον πολιτισμό μου από όλες τις «διδασκαλίες» των μεγάλων. Ο Έκτορας μου έμαθε όλα όσα έπρεπε να ξέρω για την πατρίδα και την αγάπη για αυτή.

Το σχολείο δεν έλυσε τις απορίες και τις αγωνίες μου. Η αντίφαση ανάμεσα στο τι διδασκόταν ως ελληνισμός και το τι ήταν το παράδειγμα των δασκάλων και των καθηγητών μου με γέμιζε απόγνωση. Στην παιδική και εφηβική μου συνείδηση η αγάπη για τον ελληνισμό καταποντιζόταν από τον αυταρχισμό δασκάλων και καθηγητών οι οποίοι ούτε στοιχειωδώς δεν αγκάλιαζαν τη δημοκρατία του πολιτισμού τον οποίο μας δίδασκαν. Οι φωτεινές εξαιρέσεις απλώς επιβεβαίωναν τον κανόνα.

Στα δεκαοκτώ μου στράφηκα στον άλλο πυλώνα της κοινωνίας μας το χριστιανισμό. Ακολούθησα με πάθος τα διδάγματα του, βυθίστηκα με αγωνία στη μελέτη του προσπαθώντας ανάμεσα σε άλλα να κατανοήσω αυτό που οι ίδιοι ονόμαζαν ελληνοχριστιανισμό. Αγκάλιασα το «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» και πορεύτηκα για κάποια χρόνια με αυτό. Σύντομα συνάντησα την υποκρισία και το ψέμα που συνόδευε τους εκπροσώπους του και την τάυτιση του «χριστιανικού» με το «ελληνικό». Η μισαλλοδοξία, η απαγόρευση του έρωτα, τα χρυσά κουτάλια των «ιεραρχών» έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με όσα διάβαζα για τον πολιτισμό μου και σε άμεση αντιπαράθεση με το εσωτερικό δαιμόνιο που ο Σωκράτης είχε προλάβει να φυτέψει μέσα μου. Ο πολιτισμός του Έρωτα, του Μέτρου και της δημοκρατίας για τον οποίο διάβαζα ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τον αρσενικό, παντογνώστη Θεό που ζητούσε την υποταγή μου και την γονυκλυσία μπροστά στους «εκπροσώπους» του. Οι ενοχές για την ύπαρξη και την παλλόμενη Παλλάδα εντός μου, για κάθε ερωτική μου αναζήτηση και συνεύρεση, ο υποβιβασμός της γυναίκας που στα δικά μου μάτια ήταν ό,τι πιο κοντινό στο Θείο και οι απόρίες που δε λύνονταν – «αυτά δεν είναι για σένα» ήταν η μόνιμη επωδός – με οδήγησαν έξω από την «ελληνικότητα» της εκκλησίας. Η γέννηση της πρώτης μου κόρης ήταν και η διάλυση των πέπλων που έκλειναν τα μάτια μου. Από την πρώτη στιγμή της παρουσίας της στη Γη ξέσκισε τη συνειδητότητα μου. Πώς αυτό το κορίτσι, αυτό το Θείο Δώρο θα μπορούσε ποτέ να είναι κατώτερο από τον όποιο «ιεράρχη» επειδή απλώς δεν είχε πέος; Πώς οι μυριάδες Θεές του τρόπου μας θα μπορούσαν να υποταχθούν σε μία ζωή σκλαβιάς και υπηρεσίας στα αρσενικά τους αφεντικά;

Ο «ελληνισμός» μου καταρρακώθηκε. Έμοιαζε με νερωμένο κρασί που έμπαζε από παντού. Και έτσι τον άφησα πίσω μου, ψάχνοντας για υποκατάστατα, κάτι πιο αληθινό που να συνάδει με την πραγματικότητα και που να μπορεί να απαντήσει τις υπαρξιακές απορίες και αναζητήσεις μου. Η εποχή συνέπεσε με τη μετανάστευση μου και τη διαμονή μου στη Γηραιά Αλβιόνα. Μελέτησα της Βέδες και το Κοράνι, αναζήτησα την αλήθεια στο Ζεν και το διαλογισμό, στην άσκηση, στη χορτοφαγία, διάβασα για το Βούδα, «έμαθα» για την οντολογία των Χόπι. Σε κάθε μου βήμα «μακριά» από τον πολιτισμό μου εκεί στη βροχερή Εσπερία τα βήματα μου με έφερναν πίσω. Κάθε τι που διάβαζα, κάθετι που ερχόταν σαν αποκαλυπτική αλήθεια της όντος Ζωής με έφερνε σε επαφή με το δικό μας πολιτισμό. Έμαθα ξανά τον Ηράκλειτο μέσα από τις διδασκαλίες των Ινδών, θυμήθηκα τον Πλάτωνα μέσα από τη μυθολογία των Χόπι, συνάντησα τους Λάκωνες μέσα από την ελαχιστοποίηση της γλώσσας και τη συμπύκνωση της μέσα στα χαϊκού των Ιαπώνων, ανακάλυψα τον Πυθαγόρα στις νέες διατροφικές μου συνήθειες, κατανόησα ξανά το «μηδέν άγαν» μέσα από τη διδασκαλία της Μέσης Οδού του Σιντάρτα, στροβιλίστηκα για ώρες στους χορούς των Σούφι εκτιμώντας ξανά και με νέο τρόπο τους συλλογικούς κυκλικούς χορούς του τρόπου μας. Δεν ήταν όμως αρκετό.

Ο ανθελληνισμός που βίωνα στην παροικία και τη μικρή μας πατρίδα, η δαιμονοποίηση του Ελληνικού και η καταδίωξη του μέσα από τα σχολεία, την πολιτική, την εκκλησία με έκανε να ντρέπομαι για την κρυφή συγκίνηση που με συντάραζε κάθε φορά που άκουα αγνώστους να μιλούν τη γλώσσα μου μέσα στον υπόγειο σιδηρόδρομο στο Λονδίνο. Τα δάκρυα μου μπροστά στη μοναχική Καρυάτιδα τα έθαψα διότι η πολιτική καταδίωξη του Ελληνισμού στην πατρίδα μου είχε κτίσει ένα αντίπαλο δέος εντός μου και με έκανε να αισθάνομαι «εθνικιστής» επειδή τα δάκρυα και οι λυγμοί ανέβαιναν αυτόματα στον ήχο του μπουζουκιού εκεί κάτω από τον γκρίζο ουρανό του Κάλβου. «Έπρεπε να είμαι Κυπραίος» έλεγαν κάποιοι - στην παροικία είναι ακόμη πιο έντονος ο κυπροεθνικισμός, «έπρεπε να εγκαταλείψω την ελληνικότητα μου για να γίνω πραγματικός διεθνιστής» φώναζαν οι καρικατούρες της αριστεράς με τις οποίες είχα αρχίσει να γνωρίζομαι, «για να λυθεί το κυπριακό πρέπει να σταματήσουμε να είμαστε Έλληνες» ήταν και είναι η αφοριστική κατακλείδα των ανθελλήνων ρατσιστών ανάμεσα μας.

Η ταυτότητα μου είχε γίνει ένα τεράστιο ναρκοπέδιο εντός μου. Η επιστροφή μου στον τόπο μας χειροτέρεψε τα πράγματα. Η ένταση με την οποία διεξάγεται η πολιτική αντιπαράθεση στην Κύπρο ενέτεινε μέσα μου την πάλη ανάμεσα στον έλληνα και το χριστιανό, τον κύπριο και το διεθνιστή, τον άνδρα και το βουτυρόπαιδο, τον Έρωτα και την υποταγή, τη γυμνή Θεά των αφρών και τον αυστηρό γενειοφόρο Θεό των ρασοφόρων.

Με αυτές τις νάρκες εντός μου άρχισα να χρησιμοποιώ την κάνναβη στα ταξίδια μου σε χώρες όπου δεν απαγορευόταν. Η κάνναβις είναι η δική μου Θεία Κοινωνία. Μαζί με άλλες ψυχοδηλωτικές ουσίες με έσωσε από τον εαυτό μου και τα δηλητήρια που θελημένα και άθελα τους με φόρτωσαν γονείς, σχολεία, εκκλησία, κράτος και «ελληνισμός». Με απελευθέρωσε ταυτόχρονα τόσο από το δηλητήριο των ρατσιστών ανθελλήνων όσο και από τον εθνικισμό των ρατσιστών «ελληνοφρόνων». Μέσα από τη συνειδητή χρήση της ήρθα για πρώτη φορά ανεμπόδιστα και σε πλήρη καθαρότητα σε επαφή με την εθνική μου ταυτότητα. Το ταξίδι μου ήταν και είναι ένας συμπαντικός μαίανδρος μέσα και έξω από το Εδώ και το Τώρα, εντός εκτός και επί τα αυτά του Χρόνου-Κρόνου και μέσα και έξω από το ψ-χ που ορίζει τη μικρή μας παρουσία στο σύμπαν, τον πλανήτη και τον τόπο μας.

Μέσα από την ευεργετική παρουσία του φυτού στο σώμα μου τα μαύρα πέπλα της απελπισίας και της απόγνωσης έπεσαν.

Μέσα στις θάλασσες εμετών των ψυχοδηλωτικών εμπειριών η εθνική μου ταυτότητα ήρθε, με πήρε από το χέρι και με ταξίδεψε στα όρια της ύπαρξης και με εκτόξευσε στο Φως που είναι Αεθνικό, Άφυλο, Άφατο και Αληθινό. Με περίμενε να εξέλθω και με προσγείωσε ξανά στο Εδώ και στο Τώρα. Αυτή η Βάφτιση στη φωτιά με έφερε πίσω Έλληνα και Άνθρωπο. Και αυτή πιο κάτω είναι η ιστορία του μεγάλου της κανναβιώσης μου εθνικού ταξιδίου:

Εντός και Πέρα από την Εθνική Ταυτότητα

Οι έμπειροι ψυχοναύτες και φίλοι της κάνναβης που θα διαβάσουν όσα ακολουθούν θα αναγνωρίσουν άμεσα πως αποτελούν συρραφή πολλών εμπειριών. Θα καταλάβουν ακόμη ότι αποτελούν μόνο ένα μικρό κομμάτι αυτών των ψυχοδηλωτικών ταξιδιών. Αποτελούν μόνο το μέρος εκείνο της κανναβιώσης που στη δική μου πορεία με έφερε σε επαφή με την εθνική μου ταυτότητα. Για όλες και όλους που δεν έχουν ταξιδέψει με την ευλογία του φυτού και της Θεάς το παραλήρημα πιο κάτω ας διαβαστεί σαν μια ωραία αφήγηση κάποιου που «έχασε το νου του» και παραληρεί ή σαν ένα δείγμα σπαραγμάτων μιας εμπειρίας με την κάνναβη.

Όπως όλα τα ταξίδια κάνναβης η ιστορία ξεκινά με ένα κομμάτι γλύκισμα, ένα ρόφημα ή μια ρουφηξιά. Κάποτε και με κάποιο συνδυασμό των πιο πάνω,

Σύντομα η αναπνοή διαστέλλεται, το σώμα χαλαρώνει και κάθε εισπνοή και εκπνοή μοιάζει να κρατά ώρες. Ο δευτερολεπτοδείκτης μοιάζει να γυρίζει πιο αργά και συχνά μοιάζει να σταματά. Ο χρόνος διαστέλλεται, ακριβώς όπως και το ανέβασμα και το κατέβασμα του στήθους. Με την εισπνοή η απογείωσις, συχνά πέρα από τα εγκόσμια, με την εκπνοή η προσγείωσις στο Εδώ και στο Τώρα, μέσα στο ανθρώπινο σαρκίο. Και στον κενό χρόνο ανάμεσα τους Πού; Εγώ Ειμί;...

Τα ταξίδια μου ήταν και είναι γεμάτα με εικόνες. Ο Παράδεισος και η Κόλαση βρίσκονται σε κάθε ψυχοδηλωτική εμπειρία. Δυσβάστακτες ανακαλύψεις για την πορεία μας στη ζωή, υπέροχες αποκαλύψεις για την πορεία μας στη Ζωή. Η υπεροχότητα της ύπαρξης, της βαρύτητας, της γεύσης, της όσφρησης, ένας οργασμός όλων των αισθήσεων συμμετέχουν σε κάθε συνειδητή εμπειρία. Και εκεί ανάμεσα στα κενά διαστήματα εμφανίζεται σαν καρικατούρα η μορφή του Σωκράτη: «Γιε μου γνώρισε τον εαυτό σου. Γιε μου γνώρισε τον Εαυτό σου! Ακούεις;...»

Ακού-Ων

Μέσα στους μαίανδρους της ψυχοδήλωσης ο καθένας μας κουβαλεί το δικό του λογισμικό επεξεργασίας. Το δικό μου ήταν πάντοτε η γλώσσα μας. Δεν ξέρω αν ο Σαββόπουλος πήρε ποτέ κάποια ουσιά. Θα ήθελα πάντως να ήξερε πόσο συμπαντικά αληθινός είναι ο στίχος από το ζεϊμπέκικο του:

«Σήκω ψυχή μου δώσε ρεύμα
βάλε στα ρούχα σου φωτιά
βάλε στα όργανα φωτιά
να τιναχτεί σαν μαύρο πνεύμα
η τρομερή μας η λαλιά» (1)

Μέσα στα ταξίδια μου το προσωπικό μέρος της εμπειρίας καθοριζόταν πάντοτε από τα Ρω του Έρωτα και τα ρήματα, αυτά που λέγονται, που μπορούν να αρθρωθούν. Και στην περίπτωση μου όλα αυτά τα ρήματα, ο θείος Λόγος ερχόταν σαν πλημμηρισμένη θάλασσα μέσα από τη γλώσσα μας.

Το πιο δύσκολο μέρος κάθε εμπειρίας είναι η αναγνώριση του τι μας πόνεσε μέσα στη ζωή. Οι αναμνήσεις, ο πόνος και η οδύνη συμπυκνώνονται ανάμεσα στα δευτερόλεπτα, τα συναισθήματα ρέουν, η άβυσσος ανοίγεται αδυσώπητη εντός μας και πέφτουμε μέσα γνωρίζοντας τον εαυτό μας. Εκεί το βρέφος που αναγωρίζει την απόρριψη, εκεί το παιδί που βιώνει τον τρόμο του θανάτου ενώ οι βόμβες πέφτουν δίπλα του, εκεί ο έφηβος που αναγνωρίζει τις έλξεις που αρνήθηκε, εκεί ο νέος που βλέπει καθαρά πλέον τις απαγορεύσεις, τις ενοχές, τα κρυμμένα από όλους κομμάτια του εαυτού του: άρρεν και θήλυ, μαλακό και σκληρό, το κτήνος και ο άνθρωπος. Όλα μαζί, πώς τα χωρά ένα σώμα; Όλα στα Ελληνικά.

Όλοι όσοι μας πλήγωσαν θελημένα και άθελα τους, όλοι όσοι μας αγάπησαν, όλες και όλοι που μας ερωτεύτηκαν, τα ονόματα τους έρχονται ταξιδεύουν και μας βρίσκουν, πάλλονται και μας πάλλουν, πού βρέθηκε η Θεά Αθηνά ξαφνικά στην εμπειρία μου;

Δέος, είμαι ένας λίμπουρας μπροστά της, δέομαι, καίγομαι, ζέομαι, Ζεύς... Και η γλώσσα μου με ταξιδεύει στα άκρα της μικρής μου ύπαρξης. Και βυθίζομαι στην άβυσσο σε ένα πηγάδι δίχως πάτο. Το σκοτάδι είναι βαθύ, σαν έρημοι στρατώνες, ατέλειωτοι χειμώνες, είμαι στον πάτο;

Τρέμω, τρόμος, τρρρρρρρρ, ρίγος τα δόντια μου κτυπούν, νιώθω τις ρίζες τους, ριζώνω, πώς κατέληξα να είμαι δενδρ-Ων... Εκεί μέσα στην άβυσσο και ο Σωκράτης μαζί μου να μου τσακίζει τα νεύρα, να μου διαλύει την ύπαρξη. «Γνώρισε τον εαυτό σου»! Και ο παππούς ο ινδιάνος που παίζει στο CD να μου λέει ακριβώς τα ίδια σε μια γλώσσα άλλη που όμως την καταλαβαίνω. Γνωρίζονται ανάμεσα τους ο παππούς ο ινδιάνος και ο Σωκράτης;

Εμέσσω! Πόνος, φόβος, εμπειρίες, απόρριψη, ψυχική οδύνη, από γνώση, εμέσσω. Το πάτωμα γεμάτο εμετούς, το σώμα γεμάτο εμετούς, πλημμυρισμένος υγρά επιστρέφω στη μήτρα με το Σωκράτη να συνεχίζει να μου σπάζει τα νεύρα: «Γνώρισε τον εαυτό σου! Ξύπνα! Σύνελθε! Τον Εαυτό σου!»

Πού βρέθηκε ο Πόμπος στην εμπειρία μου; Γιατί φορεί μανδύα και κρατά ένα πλακάτ σαν σε διαδήλωση; Θκιάολε μοιάζει απίστευτα του Θανάση Βέγγου.
«Απ εδώ κυρίες και κύριοι.»

Η μήτρα της μάνας μου φιλόξενη και αφιλόξενη. Θέλει με και δεν με θέλει. Αγαπά με και δεν με αγαπά; Και ο Πόμπος- Βέγγος να μου φωνάζει: «Απ’ εδώ το καλό πράμα.» Πονώ είμαι στον πάτο, δε θα βγω ποτέ από μέσα...

«Χαλαρά παπά» η ευλογία της κόρης. Χα-λα-ρα. Χλρ, χλρ, χλρ, ήχος πλάγιος δεύτερος; Η κοιλιά μου αναταράζεται, όλο το είναι μου αναδύεται, το μυστικό είναι η χαλάρωση; Νιώθω τον ομφάλιο λώρο μου να πάλλεται, αναδύομαι, εκτοξεύομαι, πάντα στη γλώσσα μου το ταξίδι, είμαι ένας αυλός πυρός, πύραυλος, πού πάω;

Ο Πόμπος-Βέγγος γίνονται ένα με τον Αριστοφάνη. Γνωρίζονται ανάμεσα τους;
Πού βρέθηκε η πύλη; Ποιά είναι αυτά τα τρωκτικά με τα κλειδιά που την προσέχουν, γιατί δεν ανοίγουν. Υπανθρωποι, μισάνθρωποι κάπου τους ξέρω κάπου έχω ακούσει για αυτούς:

«Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κλείετε τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· ὑμεῖς γὰρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδὲ τοὺς εἰσερχομένους ἀφίετε εἰσελθεῖν» (2)

Ανοίξετε αλαζόνες που νομίζετε ότι μπορείτε να ερμηνεύσετε το Θείο! Ανοίξετε τα άλλα ζώντες! Ανοίξετε! Θέλω να Ζήσω...

Ο Σωκράτης καρικατούρα με το πλακάτ ξανά: «Τον Εαυτό σου...»
Τραγούδια πολεμικά, ιαχές, πυρρίχειος, ο ήχος είναι φωτιά, η φωτιά είναι ήχος, πυριφόρος, πυρ-αυλός, το κέντρο του στήθους μου εκρήγνυται, χάνομαι, χέομαι, αισθάνομαι το Χάος, ποιός είμαι, ποιός Είμαι; Εγώ ειμί;...

Χιλιάδες «αγγέλων» και «αρχαγέλλων» με περιτριγυρίζουν. Δεν είναι άγγελοι. Γιατί είναι όλοι τους με τα όπλα; Άλλοι με δόρατα και σπαθιά, άλλοι με φυσεκλίκια, γιατί χαμογελούν; Ξέρω τους. Γιατί είναι όλοι άντρες;

«Γιε μου, ο στόχος της ζωής είναι η Ευτυχία! Κανένας αγώνας δεν αξίζει χωρίς την αναζήτηση της Ευτυχίας!»

Οι πρόγονοι μου με κατευοδώνουν. Ο λόγος τους είναι Ευλογία. Επιτέλους μπορώ πλέον να μην είμαι άντρας, έχω την ευχή τους.

Τελευταίος σταθμός. Πού βρέθηκε η τρόικα στην εμπειρία μου; Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευρυπίδης, καριακτούρες με πλακάτ. Τι στο δαίμονα σηματοδοτεί το πλακάτ; Τι γράφει;

«Άνθρωπος ούχ υπερβήσεται μέτρον» (3)

Χάνομαι, τους βλέπω μακριά στη γη ενώ ο πύραυλος που είμαι εκτοξεύεται προς το πυρ το Εξώτερον. Δεύτε τελευταίον ασπασμό...

Πλάτων: «Χαιρετίσματα στο όντος Ών»
«Ών, Ών, Αεί Ών, Αιών, Αιωμ, Αωμ, Εωμ, Ειμ, Είμαι;»
Πλάτων-Πόμπος-Αριστοφάνης-Βέγγος-Σωκράτης: «Δεν υπ-Άρχεις Δικέ Μμμμμ...»

Και παύω να υπάρχω. Γνωρίζω μέσα στα τελευταία ψήγματα της σκέψης του μικρού εγω ότι μπαίνω στο Άυλο, το Άφατο, το Αεθνικό, το Ανθρώπινο, το Θείο, το Φως που καίει και δεν καίει, και γνωρίζω πριν εξαφανιστώ ότι Εκεί είμαστε όλοι Ένα, ουκ ένι άρρεν ου θήλυ, μουσουλμάνοι και χριστιανοί, Έλληνες και Τούρκοι, οι δυισμοί πάυουν, το εγώ μου απάγκιστρώνεται, Χαν-Ωμ-Αιεν...

Πόσες ώρες μετά;

Πέφτω! Είναι η πρώτη αίσθηση. Πτώση. Όχι, γιατί; Δεν θέλω

Η τρόικα με περιμένει εκεί που με άφησε:

«Άνθρωπος ουχ υπερβήσεται Μέτρον»

Και καταλαβαίνω. Είμαι μικρός, ένας λίμπουρας, ένας κόκκος σκόνης. Πώς μπορώ να ερμηνεύσω το Συν-Παν; Πώς να δώσω ερμηνεία στο Αιώνιο Δευτερόλεπτο το Άναρχο;

 
Και επιστρέφω. Με τη γλώσσα μου να με ταξιδεύει. Αλλά και με μία νέα άισθηση ύπαρξης. Με το κομμάτι μου που γνωρίζει ότι η γλώσσα μου είναι πεπερασμένη, η ταυτότητα μου είναι πεπερασμένη. Αλλά και με την ευγνωμοσύνη για τα εργαλεία που μου έδωσαν για να ταξιδέψω.

Αγαπώ τον πολιτισμό μου άχρι θανάτου. Με έμαθε να πεθαίνω και να τον αφήνω πίσω μου. Με έμαθε να τον κουβαλώ μαζί μου ώς την ώρα που θα πεθάνω κυριολεκτικά. Πλημμυρίζω από αγάπη για τις γυναίκες και τους άνδρες που αγκάλιασαν τον πολιτισμό μας. Κλαίω, βογγώ, δονούμαι σε μοριακό επίπεδο. Είμαι Έλληνας, δεν είμαι Έλληνας, είμαι Έλληνας, είμαι Ινδιάνος, είμαι Άραβας, είμαι Αφρικάνος, τα πρόσωπα και τα προσωπεία αλλοιώνονται, το πρόσωπο μου αλλοιώνεται βιώνω τις αλλαγές, είμαι γυναίκα, είμαι μια ξανθή Μπάρμπι, είμαι ο Darth Vader, είμαι Μπάρμπι και Darth Vader.
Μαζί!

Προσγειώνομαι. Να τις πρόγονες μου! Χιλιάδες γυναικών της βιολογικής μου πορείας στον κόσμο. Χαμογελούν μου. «Καταλάβεις;» ρωτούν; «Καταλάβω» ανταποκρίνομαι. Καταλαβαίνω Άρτεμις, Αφροδίτη, Αθηνά,Αστάρτη, Δήμητρα, δημητριακά, στάρι, Αστέρι! Η Ελευσίνα ήταν ο ναός των ψυχοδηλωτικών ουσιών. Καταλαβαίνω... Από το φυτό και την ουσία στα Άστρα και την Συν-Ουσία.

Ο πολιτισμός μου με συντροφεύει. Ξέρω ότι η εθνική μου ταυτότητα είναι το λογισμικό μου κάθε φορά που βυθίζομαι στην Θεία Κοινωνία με το φυτό. Είμαι Έλληνας κατ’ επιλογήν και όχι επειδή γεννήθηκα Έλλην. Είμαι Άνθρωπος πέρα από τον Έλληνα εξίσου κατ’ επιλογήν. Ο πολιτισμός μου και η γλώσσα μου μου έμαθαν μέσα από τα ταξίδια μου μέσα και έξω από την κάνναβη να συν-Υπάρχω με το Όλον και με όλους. Στο δικό μου ταξίδι είναι το αγκάλιασμα του πολιτισμού μου που οδήγησε στην Υπέρβαση και όχι η καταβαράθρωση του. Προσωπικά δεν ξέρω άλλον τρόπο. Οι ρίζες μου καρπίζουν. «Τζι αν εν μήλον έν να ανθίσει...»

Καμία δύναμη μέσα και έξω από τον κόσμο δεν μπορεί να μας στερήσει τη δυνατότητα του αυτοκαθορισμού μας. Καμία δύναμη και καμιά εξουσία δεν μπορεί να μας υποτάξει. Γυναίκες και άντρες, Θεές και Θεοί, αντάρτες,φιλόσοφοι,εταίρες και οι καρικατούρες όλων τους μας συντροφεύουν. Μαζί με μια Ιερή αμφισβήτηση που εγκαθιδρύει όλο και πιο βαθιά μέσα μας το Μέτρον έτσι για να μην ξεχνιόμαστε και νομίζουμε ότι είμαστε κάτι πιο σπουδαίο από όλες και όλους τους Υπέροχους Άλλους.

Ο Σωκράτης μου χαμογελά: «Έν οίδα ότι ουδέν οίδα!»

Και τώρα; «Τρεχάτε ποδαράκια μου!» μου απαντά ο Βέγγος...

Ονειρεύομαι μια Κοινωνία στην οποία οι Άνθρωποι Ελεύθερα θα μπορούν αν το επιθυμούν να χρησιμοποιούν τις ψυχοδηλωτικές ουσίες όπως την κάνναβη με υπευθυνότητα και σύνεση. Ονειρεύομαι μια Κοινωνία στην οποία η χρήση των ψυχοδηλωτικών ουσιών όπως η κάνναβις θα είναι μέρος της επίσημης Παιδείας όπου όποια και όποιος επιθυμεί θα έχει τη δυνατότητα να μάθει να πλοηγεί την ψυχή του Εδώ και Τώρα και Πέρα και Αλλού με τη χρήση τους.

Η ψυχοδήλωση είναι ταυτόσημη με την αυτογνωσία και την πνευματική Οδό του Ελληνικού πολιτισμού μας. Αισθάνομαι ότι είναι και μία από τις λίγες Οδούς που μπορεί να οδηγήσει στην Υπέρβαση του και στην καλλιέργεια νέων γενεών Ανθρώπων που θα μπορούν να είναι ταυτόχρονα Ελληνίδες και Έλληνες και Πολίτες του Κόσμου. Ενάντια στην Παγκοσμιοποίηση του Κεφαλαίου προτάσσω τη συνειδητή ψυχοδήλωση του Εθνικού. Στην απογείωση και την αποθέωση μας το έθνος καταλύεται και όλοι είμαστε Ένα. Αυτό είναι και ένα από τα μεγαλύτερα δώρα της ψυχοδηλωτικής Παιδείας.

«Σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο, ποὺ ὁλοένα στενεύει, ὁ καθένας μας χρειάζεται ὅλους τοὺς ἄλλους. Πρέπει ν᾿ ἀναζητήσουμε τὸν ἄνθρωπο, ὅπου καὶ νὰ βρίσκεται.
Ὅταν στὸ δρόμο τῆς Θήβας, ὁ Οἰδίπους συνάντησε τὴ Σφίγγα, κι αὐτὴ τοῦ ἔθεσε τὸ αἴνιγμά της, ἡ ἀπόκρισή του ἦταν: ὁ ἄνθρωπος. Τούτη ἡ ἁπλὴ λέξη χάλασε τὸ τέρας. Ἔχουμε πολλὰ τέρατα νὰ καταστρέψουμε. Ἂς συλλογιστοῦμε τὴν ἀπόκριση τοῦ Οἰδίποδα.» (4)

Σόλων Αντάρτης~solon_antartis@yahoo.com
~~~~~~~~~~~~~

Πηγές:
--------

1.Ζεϊμπέκικο
http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=1062

2.Κατά Ματθαίον 23:13-15

3.Από την ομιλία αποδοχής του Νόμπελ λογοτεχνίας από το Γιώργο Σεφέρη:
http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/george_seferis/speech-nobel.htm

Comments

Newswire

Mon 1 January 2018
Sat 30 September 2017
Sat 23 September 2017

Syndicate

Syndicate content Features

Syndicate content Newswire