User login

Navigation

Global IMC Network

Επιστολή από την Ελλάδα (1)

Νομίζω ότι θα πεθάνουμε με το μαράζι. Αισθάνομαι ότι σε αυτή τη φάση διαρκώς ο ελληνισμός θα βρίσκεται σε "αιώνια" διλήμματα ανάμεσα σε ΝΑΙ υποταγής και ΟΧΙ που τσιμεντώνουν το αντίθετο. Κι αυτό διότι το περιεχόμενό του, αυτό που διαχρονικά εξαπλώθηκε ως ιδέα οικουμενική, συνεργατική, εξισωτική, οικολογική, αντιστασιακή, είναι ο εκλιπών κρίκος με το μέλλον.
Εμείς οι ελλαδίτες ανεξαρτήτου ιδεολογικής απόχρωσης και πολιτικής κατεύθυνσης γνωρίσαμε το κυπριακό ζήτημα ως ταυτόσημο με το «βαρύ», το «δύσκολο», το «ανυπέρβλητο», το «άλυτο». Κάθε μας καβγάς ή διαφωνία, ακόμα και η πιο μικρή, ακόμα και η πιο ταπεινή, από γκομενιλίκια, οικογενειακά, φαγωμάρες σε παρέες μέχρι και οικονομικά προβλήματα είχαν την μόνιμη επωδό: «το κυπριακό θα λύσουμε τώρα;» Για μας το κυπριακό ήταν αυτό δεν θέλαμε να λύσουμε-να λυθεί. Αποφασιστικής σημασίας ήταν η δεκαετία του 90 όταν δίπλα στην περιρρέουσα πολιτική ατμόσφαιρα ελληνοτουρκικής "φιλίας" παίχτηκε το έργο της αποδοχής των όρων του κατακτητή. Κι αυτό τεκμηριώθηκε υπόκωφα στους πανεπιστημιακούς χώρους αλλά και σε μια ευάλωτη αντιστασιακή ατμόσφαιρα που έστελνε το Αιγαίο στα ψάρια του και την Κύπρο στο διάολο. ‘Η αλλιώς στο διάλογο. Από την εποχή αυτή του «ανέφικτου» περάσαμε στην εποχή του «απευκταίου» για να κάνουμε κι ένα μικρό λογοπαίγνιο επί της διάστασης «εφικτού» και «ευκταίου» της Μακαριακής δεκαετίας του 60-70. Απ’ το δύσκολο, αδιέξοδο και αντιφατικό ζήτημα που ήταν το κυπριακό, περάσαμε στην εποχή που μπορούμε να το συζητάμε αδιάφορα με τους όρους των διεθνών παζαριών ανάμεσα σε ένα συνδυασμό δυτικής νεοαποικιοκρατίας και τουρκικού επεκτατισμού και μιας ενδοτικής λύσης που όχι μόνο παραγνωρίζουν την Κύπρο ως μια ελληνική ιστορική και γεωγραφική προέκταση αλλά προσπερνούν το ζήτημα της κατοχής της. Άλλωστε για μας τους περισσότερους ελλαδίτες, το κυπριακό ζήτημα, ανεξαρτήτως απόψεων και αντιλήψεων και γνώσης για τούτο, ήταν πάντα μια «απευκταία» συνάντηση με το ενδεχόμενο ενός πολέμου μέχρι να καταλήξει, για το μεγαλύτερο τμήμα της αριστεράς, στο νεοκυπριακό «εκάνανέν μας τζιαι εκάναμέν τους» ή αλλιώς στην ισοβαρή αιτίαση των δυο εθνικισμών. Στις ίσες αποστάσεις μιας ιδεολογικής καθαρότητας για τον «ελληνικό και τον τουρκικό εθνικισμό» κι ακόμα χειρότερα, του ελληνοκυπριακού και του τουρκοκυπριακού.
Πώς όμως η αριστερά ή καλύτερα, το συντριπτικά μεγαλύτερο τμήμα της, έφτασε σ’ αυτές τις παραδοχές που εκφράζονται όλο και πιο πολύ ως αξιώματα τα οποία αποκτούν τη διάσταση δόγματος; Ποια ήταν η εξέλιξη των ιδεών της ελληνικής αριστεράς για το έθνος που συνταυτίστηκαν με θέσεις και για το κυπριακό ζήτημα; Πώς, για παράδειγμα, από την καταδίκη του ιμπεριαλισμού φτάνουμε στην καταδίκη των «δυο εθνικισμών»; Πώς και γιατί στο εσωτερικό αυτής της πρωθύστερης καταδίκης αποκρύπτεται ή δεν αποκαλύπτεται ο ιδιαίτερος ρόλος της Άγκυρας; Πώς από την καταδίκη της ΕΟΚΑ Β’, καταδικάζεται και η ΕΟΚΑ του 55-59 άρα και συλλήβδην ο μαζικός εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας της κυπριακής κοινωνίας; Γιατί τα έργα και ημέρες π.χ. του Γρίβα, του Σαμψών ή του Γεωρκάτζη και η περιβόητη διαπλοκή της χούντας των Αθηνών, συμψηφίζονται με τη συστηματική επιδίωξη της Άγκυρας για διχοτόμηση του νησιού καθώς και με μια διαχρονία ενεργειών από πλευράς Αγγλοαμερικάνων; Πώς μέσα από το σύνθημα «ανεξάρτητο νησί έξω όλοι οι στρατοί» συσκοτίζεται ο ιδιαίτερος ρόλος του τουρκικού στρατού και της προσφυγιάς 220.000 χιλιάδων ελληνοκυπρίων και 60.000 τουρκοκυπρίων; Πώς από τη δεκαετία του 90 έχουν εμφιλοχωρήσει αντιλήψεις που συμβαδίζουν με ένα φιλελεύθερο κοσμοπολιτισμό ο οποίος συνδυάζεται με την αορίστως ταξική πάλη ως αντίρροπης της εθνικής και μιας έλλογης διάθεσης απομάκρυνσης από καθετί εθνικό; Πού οφείλεται αυτή η αντινομία στην οποία υπακούει η αριστερά, της ανυπαρξίας του εθνικού ζητήματος που αφορά διαχρονικά στην εθνική καταπίεση χιλιάδων ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων με κραυγαλέα την εισβολή και κατοχή του 40% του εδάφους και των υποδομών αυτού, από 40.000 στρατιώτες; Πώς εξηγείται η ανιδιοτελής συμπαράσταση και αλληλεγγύη ή και συμπάθεια εκ μέρους της ευρύτερης αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου σε εθνικές αντιστάσεις στη Μέση Ανατολή (Ιράκ, Παλαιστίνη, Συρία κλπ) ή ακόμα πιο θερμά στη μακρινή Λατινική Αμερική σε κινήματα που φέρουν στο ακρωνύμιό τους το λατινικό «N» με παράγωγες λέξεις από την αρχική «Nation» (μια έννοια πρωθύστερη του έθνους/ethnos, η οποία παραπέμπει σε σχέσεις αίματος και φυλής) αρνούμενοι να θέτουν το εθνικό έστω και ως αντιαποικιοκρατικό ζήτημα για την καθ’ ημάς Κύπρο; Γιατί το λατινοαμερικανικό «patria o muerte» μπορεί να είναι διεθνιστικής κατανάλωσης ενταύθα, ενώ το «Ένωσις» είναι η ιμπεριαλιστική εκδοχή του ελληνικού φασισμού;
Το κυπριακό ήταν ένα τάμα για μένα, ένα κεράκι για τον φίλο μου το Σταύρο τον Κούβαρη που με μούντζωνε το καλοκαίρι του 96, όταν το κορμί του Τάσου έπεφτε από τα ραβδίσματα των γκρι τραμπούκων της κατοχής και το κορμί του Σολωμού από τη ριπή του φασίστα υπουργού των κατεχομένων. Τότε του έλεγα με περισσή ψυχραιμία ότι το πρόβλημα αφορά και τις δυο κοινότητες που δεν μπορούν να τα βρουν κι έκαναν κι οι δυο τα ίδια λάθη: εκάνανέν μας τζιαι κάναμέν τους λένε με τη νεοκυπριακή ορθότητα οι «σύντροφοι» του ίδιου χώρου αποδεχόμενοι εν τέλει την πλέον ρατσιστική εκδοχή κρατικής οργάνωσης. Ήταν πολύ «φυσικό»: είμαστε ήδη μακριά και η Κύπρος κείται μακράν που θα συμπλήρωνε με νόημα ο εθνάρχης Καραμανλής ο Ά. Θες λόγω μιας α-ιστορικής θεώρησης για τη γένεση και την επέκταση του κράτους, θες λόγω μιας υστερόβουλης αποφυγής ενός πολέμου, τα «ευχαριστώ» προς τον Κλίντον του Σημίτη ανακούφισαν πολλούς ανθρώπους του κινήματος στα Εξάρχεια και πέριξ. Κι ας έπαιζε η τσαμπούνα το γνωστό «σε Άγκυρα-Αθήνα-Λευκωσία εχθρός μας το κεφάλαιο και η στρατοκρατία».
Η ζωή όμως είναι μεγάλη πουτάνα και μάλλον δεν κάνει διακρίσεις. Έτσι το κυπριακό έγινε μελέτη, επίσκεψη, εμμονή, πανάκεια δια πάσα νόσον και πάσα μαλακίαν. Και πράγματι το κυπριακό είναι η «η συμπυκνωμένη έκφραση του προβλήματος της ξενοκρατίας σ’ ολόκληρο τον ελληνικό εθνικό χώρο» όπως θα έλεγε ο Νίκος Ψυρρούκης. Όσο και να θες να το αποφύγεις το κυπριακό θα το βρεις μπροστά σου. Ακόμα κι αν αλλάξεις το «ξενοκρατία» ενός γίγαντα ιστορικού όπως ο Ψυρρούκης με ένα πλήθος ορολογιών όπως «εξαρτημένη ανάπτυξη» «αποικιοκρατία», κλπ, πάλι εκεί θα καταλήξεις επιδιώκοντας να δώσεις μια όσο το δυνατόν ολοκληρωμένη απάντηση για την κοινωνική απελευθέρωση. Τα ερωτήματα όσο τα χώνεις κάτω από το χαλί μαζί με διάφορους ιδεολογικούς αφορισμούς αυτά επιστρέφουν σαν το BARBAROS έξω από την Αμμόχωστο. Όσο προφυλάσσεσαι από την πραγματικότητα με θεωρητικές παρωπίδες αυτή κάνει θριαμβευτικά την εμφάνισή της (και) αντιστρόφως ανάλογη: εδώ και τρία χρόνια ο δόκτορ Κασιδιάρης της Χρυσής Αβγής παραδίδει μαθήματα για το κυπριακό.
Θες δε θες λοιπόν, ακόμα κι αν δε θέλεις, θα αναμετρηθείς με αυτό. Στην Ελλάδα υπάρχουν περίπου 3 τρόποι ενασχόλησης με το κυπριακό. Ο ένας είναι να το αναφέρεις όπως είπαμε σε κάθε δύσκολη στιγμή: το κυπριακό θα λύσουμε ρε κουμπάρε; Ο δεύτερος είναι να χρησιμοποιήσεις την πολιτικώς ορθή διάλεκτο την οποία έχει επινοήσει ήδη η ελλαδική διζωνική νομενκλατούρα με τους χρήσιμους του κινήματος που από διεθνιστική σκοπιά κραυγάζουν περίπου τα ίδια: είναι ζήτημα σύγκρουσης εθνικισμών. Ο τρίτος είναι η αποδοχή του αυτονόητου: το κυπριακό είναι ζήτημα εισβολής, κατοχής και εποικισμού. Από κει και πέρα όμως είναι το ζήτημα. Και ξαναγυρνάμε πάλι στο αρχικό σημείωμα: Λείπει το περιεχόμενο.
Για αυτό και το ΟΧΙ μπορεί και στην Ελλάδα και στην Κύπρο να τσιμεντώνεται ως ΝΑΙ. Διότι ζούμε από τη μια την κατάρρευση της άρχουσας τάξης κι από την άλλη την παρακμή της κοινωνίας μας. Και πρέπει να το παραδεχτούμε για να μην παραδεχτούμε την ήττα. Έτσι κι αλλιώς για ποιον πόλεμο μιλάμε; Ακόμα δεν ξεκινήσαμε καν εδώ…
Το φως κινάει από την ανατολή της ουτοπίας, την κουρδική αυτονομία που όμως πια αρνείται το κράτος, τον καπιταλισμό, την πατριαρχία...
Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει.
Όμως εγώ Δεν παραδέχτηκα την ήττα.
Έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω.
Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.
Μιλάτε, δείχνετε πληγές αλλόφρονες στους δρόμους.
Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σα σημαία.
Καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα.
Η πρόγνωσίς σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.
Εκεί, προσεχτικά, σε μια γωνιά, μαζεύω με τάξη.
Φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο.
Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους. Στολίζω με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα. Πλέκω με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω.
Όρθιος, και μόνος σαν και πρώτα περιμένω.
Μανόλης Αναγνωστάκης

https://www.youtube.com/watch?v=9Kzzf2b6Ipw

Comments

Newswire

Thu 12 January 2017
Sun 11 September 2016

Syndicate

Syndicate content Features

Syndicate content Newswire