User login

Navigation

Global IMC Network

Επιστολή από την Ελλάδα (2)

Οφείλουμε να σκεφτόμαστε ρεαλιστικά; Ποιος μας έχει αναθέσει αυτό το καθήκον; Ποια σοφή οντότητα επιβάλει το να σκεφτόμαστε ρεαλιστικά αν όχι η ίδια η κατασταλτική επιρροή της επίσημης προπαγάνδας και της επιβολής βίας; Ο ρεαλισμός, το δίχως άλλο, ως η διευρυμένη εμπέδωση της έλλειψης αμφισβήτησης του κυρίαρχου λόγου επιχειρηματολογεί ασύστολα για όλα τα πεδία της κοινωνικής ζωής και προπάντων της σκέψης για την οργάνωσή της. Ο ρεαλισμός χρησιμοποιεί την έννοια του πραγματικού και εξοστρακίζει ως μη πραγματική κάθε προοπτική δικαιοσύνης και ισότητας. Στόχος είναι η κυριαρχία ανθρώπων σε άλλους ανθρώπους, η εκμετάλλευση ανθρώπων από άλλους και στο σήμερα, όλο και πιο έντονα, η στυγνή εκμετάλλευση των φυσικών πόρων στο όνομα της αναμφισβήτητης προόδου. Μια χίμαιρα, δηλαδή, που όσο περνάει ο καιρός μοιάζει όλο και περισσότερο με ένα σαρκοβόρο τέρας που προκαλεί πόλεμους, φτώχεια, πολιτισμική παρακμή, οικολογική καταστροφή, βιασμούς, τερατώδεις πολιτικούς οργανισμούς. Σε κάθε φάση που κορυφώνονται οι ανθρώπινες ενστάσεις έχουν να αντιμετωπίσουν σε κάθε τους βήμα, σε κάθε τους εκδήλωση, σε κάθε ένδειξη πόνου, έναν εχθρικό πόλο που καλύπτεται πίσω από την επιχειρηματολογία του ρεαλισμού και της πολιτικώς ορθής διαλέκτου της. Έτσι λοιπόν η δυσβάστακτη πραγματικότητα δεν είναι παρά το επιχείρημά της για τη συνέχιση της αδικίας, του πόνου, της θλίψης, της ανέχειας, της καταπίεσης (και) με αριστερό πρόσημο.
Οι τραγικές συνέπειες της εισβολής, της κατοχής και του εποικισμού στην Κύπρο ποτέ δεν πέρασαν απαρατήρητες από την ρεαλιστική αποικιοποιημένη σκέψη. Ο φόβος μιας νέας στρατιωτικής εισβολής από την Τουρκία που διαρκώς υπομνύεται από τις διαρκείς παραβιάσεις των πολιτικών συνόρων στην Ελλάδα και στην εναπομείνασα Κύπρο, από τις δηλώσεις για την επανεμφάνιση του οθωμανικού γίγαντα, από τις επεμβάσεις που με τρόμο αφηγούνται διεθνή εγκλήματα μέσα στην Τουρκία, στη Συρία και στο Ιράκ, αυτά που προκάλεσαν ένα από τα μεγαλύτερα προσφυγικά κύματα της σύγχρονης ιστορίας, βρίσκει το δεκανίκι του στη ρεαλιστική πολιτική του προεδρικού μεγάρου και των αυλικών του ΑΚΕΛ μέχρι τις ψευδοπασιφιστικές κραυγές της Φανερωμένης ή στις δικοινοτικές «ταξικές» συναντήσεις στο Τσετίν Καγιά. Τα ίδια και στην Ελλάδα, από τα πολιτικά γραφεία του συνόλου των κομμάτων μέχρι και στα Εξάρχεια, ο λόγος που εξάγεται είτε ως ρεαλιστικός, είτε ως "αντιεθνικιστικός" είναι από την ίδια μήτρα. Το ΟΧΙ απέναντι σε αυτές τις υστερικές συνεκδηλώσεις υποστήριξης ενός κρατικού ρατσιστικού σχεδίου φαίνεται και είναι ένα φάρμακο που καταπραΰνει προσωρινά τη φλεγμονή που νομιμοποιεί την εισβολή, την κατοχή και τον εποικισμό, εν λόγω και έργω.
Παρ’ όλα αυτά το ΟΧΙ έστω και σαν ένα έσχατο μέτρο αντίστασης όπως αυτή εκφράστηκε το 2004, αφήνει ένα τεράστιο κενό για το περιεχόμενο που αφορά την ίδια τη ζωή, την κοινωνία, την οργάνωσή της. Και κει ένας νέος ρεαλισμός, ο ρεαλισμός του ΟΧΙ ως η διαχείριση του πλήθους των ανθρώπων του του ΟΧΙ απαντάει σε αυτό το κενό. Ας δούμε ως ερωτηματικά τα θέσφατα (και) της πολιτικής γραφειοκρατίας του ΟΧΙ:
-ΑΟΖ και εκμετάλλευση από πολυεθνικές εταιρίες για να γεμίσουμε τρύπες τη θάλασσα και να συνεχίσουμε απρόσκοπτα ένα ενεργοβόρο πρότυπο κατανάλωσης των φυσικών πόρων;
-Στρατηγική συμμαχία με τους σιωνιστές του Ισραήλ και τους πραξικοπηματίες της Αιγύπτου για να «σώσουμε την Κύπρο» με τους εχθρούς των εχθρών μας;
-Παράταση μιας κοινοβουλευτικής αιρετής ολιγαρχίας με κομματικούς μηχανισμούς, γέννημα-θρέμμα της, που επιβεβαιώνει την πολιτική ανισότητα και την οικονομική λεηλασία;
-Συνέχιση του σχεδιασμού μιας παρασιτικής και αντιπαραγωγικής οικονομίας, άμεσα ελεγχόμενης από τα γραφεία των πολυεθνικών και των ντόπιων πολιτικών τους, που παράγει χρήμα για το λαό και καταναλωτική ευφορία;
Γιατί δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο ως παραδοξότητα και ως δείγμα κοινωνικής ανεπάρκειας η ύπαρξη αυτής της πολιτικής γραφειοκρατίας που παράλληλα βολεύει (και) με το ΟΧΙ διαφορετικούς διεθνείς εντολείς της κεφαλαιοκρατίας και πολιτικοστρατιωτικών συμπλεγμάτων; Τι καλό έχει αποκομίσει η Κύπρος μετά την οριστική επιβολή μιας πολιτικής και οικονομικής τάξης πραγμάτων από τις διεθνείς ηγεμονίες; Οι βασικές ημερομηνίες αρκούν: 1963-64, 1971-74, 1974… Κι ακολουθούν άλλες σημαδιακές για την κατάρρευση της ίδιας της ουσίας του κυπριακού ζητήματος: 1977-1997 μέχρι το 2004. Κι από κει η έκρηξη του 2011, το μνημόνιο του 2012-13, οι παλινωδίες του προέδρου του 2013 μέχρι και σήμερα… Τι καλό έχει κερδίσει η Κύπρος από τη ρεαλιστική πολιτική, αυτήν που θεωρεί ότι η πλειοψηφία του πληθυσμού περισσεύει όταν πρόκειται να βγει μια απόφαση για αυτήν; Διχοτόμηση, εμφύλιο, εισβολή, προσφυγιά, καταστροφή, ψεύτικα ενιαία δόγματα, μνημόνια, περιβαλλοντική καταστροφή και στο τέλος ένα κρατικό ρατσιστικό σχέδιο που νομιμοποιεί την εισβολή, την κατοχή, τον εποικισμό και τη διχοτόμηση. Οι ενστάσεις απέναντι σε αυτές τις μη δημοφιλείς ιδέες αυτής της κριτικής αποτίμησης και προοπτικής, ακόμα και οι πιο καλοπροαίρετες, στηρίζονται σε μια παραθεώρηση για την «καθυστερημένη» Κύπρο, λες και το ζήτημα είναι να περάσει όλη η ανθρωπότητα από κάποια «απαραίτητα στάδια» κοσμοθεωριών της προόδου, κοσμοθεωρίες που απέτυχαν παταγωδώς στις προβλέψεις τους για την ευτυχία είτε στη Δύση είτε στην Ανατολή. Λες και οι κούρδοι είχαν περάσει από αυτά τα «απαραίτητα στάδια» για να μιλάνε σήμερα για την αυτονομία, την κουρδική εναλλακτική:
«...Ένας λαός με φεουδαρχικές-πατριαρχικές δομές, στήριγμα των μεγάλων αυτοκρατοριών -της Οθωμανικής και της Περσικής, ένας λαός με συμμετοχή κάποιων ένοπλων φυλών του στη στρατηγική εξόντωσης των εθνικών μειονοτήτων του Μουσταφά Κεμάλ, ένας λαός προδομένος από τις διεθνείς συμφωνίες όπως της Λωζάνης του 1923 ή της Βαγδάτης του 1955, ένας λαός προδομένος από τις υποσχέσεις του Μουσταφά Κεμάλ για αυτονομία, ένας λαός που τα κράτη της Τουρκίας, της Συρίας, του Ιράκ και του Ιράν εφήρμοσαν στο σώμα του πολιτικές εθνοκτονίας, ένας λαός με αργή αστικοποίηση, ένα λαός με ένα ένοπλο μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα, αργότερα, που επιχειρούσε απόσχιση ως εθνική αυτοδιάθεση, διαπράττει μια παραδειγματική επανάσταση. Αρνείται το μοντέρνο κράτος ως υπόδειγμα οργάνωσης διακηρύσσοντας το δημοκρατικό συνομοσπονδισμό, αρνείται την εθνική πολιτική συγκρότηση αποδεχόμενος και κάθε άλλη εθνότητα και θρησκευτική συσσωμάτωση, αρνείται την πατριαρχία τοποθετώντας στο επίκεντρο τη γυναίκα, αρνείται το μιλιταρισμό οργανώνοντας μονάδες αυτοάμυνας, αρνείται την ιδεολογική μονοκρατορία ξεπερνώντας τους πολιτικούς ανταγωνισμούς και γραμμές των διαφόρων απελευθερωτικών οργανώσεων σε συμβούλια απελευθέρωσης, αρνείται το κόμμα ως μορφή απελευθέρωσης μετασχηματίζοντάς το σε δυναμική ξεπεράσματος ιεραρχικών δομών, αρνείται τη σύγκρουση με το κράτος και ταυτοχρόνως αμύνεται απέναντι σε αυτό αλλά και σε κάθε εισβολέα για να υπερασπίσει της ελευθεριακές του κατακτήσεις, αρνείται να συμμαχήσει με τη στρατηγική της αποσταθεροποίησης στη Μέση Ανατολή που διαπράττουν οι δυτικές δυνάμεις ή οι ντόπιες ηγεμονίες και χτίζει δομές μιας δημοκρατικής, δίκαιης και οικολογικής κοινωνίας…
...Έτσι, αντίστροφα με την αραβική άνοιξη που αποδεκατίστηκε πολύ γρήγορα ως δύναμη αγανάκτησης χωρίς οργάνωση, όραμα και προοπτική ελευθερίας η οποία χρησιμοποιήθηκε ως πεδίο βολής υπερατλαντικών συμφερόντων και τοπικών επεκτατισμών, οι κούρδοι διάλεξαν το δρόμο ενός θετικού πρυμίσματος, ενός αμυντικού ριζοσπαστισμού, κοντολογίς της στρατηγικής του αντάρτικου. Η σχεδόν μυθική διάσταση της σχέσης μεταξύ του ηγέτη του ΡΚΚ, Αμπντουλάχ Οτζαλάν με τις κομουναλιστικές ιδέες του Μάρεϊ Μπούκτσιν και της στροφής του από τη λενινιστική αρχή της αυτοδιάθεσης προς τον δημοκρατικό συνομοσπονδισμό, δεν αναιρεί όλη αυτή τη μεταστροφή του κουρδικού κινήματος, κυρίως στη Συρία και στην Τουρκία και δευτερευόντως στο Ιράκ και στο Ιράν με διαδικασίες που κάνουν τα οικολογικά κινήματα της Δύσης να κοκκινίζουν από ντροπή και τις μεταμοντέρνες εκδοχές των αντιαυταρχικών κινημάτων να αισθάνονται αμηχανία. Η συνέργεια της ηγεσίας και των δομών της βάσης για τον τερματισμό ενός πολέμου με το τουρκικό κράτος του οποίου το αδιέξοδο διαγνώστηκε μετά από το βαρύ φόρο αίματος σχεδόν 40.000 νεκρών, αμέτρητων τραυματιών και φυλακισμένων, διαδικασιών εθνοκάθαρσης και διεθνούς συκοφάντησης και στιγματισμού ήταν μια κίνηση, όχι μόνο τακτικής για την επόμενη σύγκρουση αλλά μιας μεγαλειώδους απόφασης που συνοδεύτηκε με το χτίσιμο μιας άλλης δίκαιη κοινωνίας στην οποία η λαϊκή βάση θα παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο…
...Το κουρδικό παράδειγμα πλέον τοποθετείται ενάντια στον στερεότυπο εαυτό του, αυτόν που δημιούργησε μέσα στις αντιφάσεις της πολυκύμαντης ιστορίας του, μαθαίνοντας από τα λάθη του. Παθός-μαθός*»

*Αποσπάσματα από το κείμενο «Η κουρδική αυτονομία και εμείς», περιοδικό Ευτοπία τεύχος 24

Comments

Newswire

Thu 12 January 2017
Sun 11 September 2016

Syndicate

Syndicate content Features

Syndicate content Newswire