User login

Navigation

Global IMC Network

Αλλαγή Φρουράς… Μία Παραμονή Πρωτοχρονιάς

Στα παιδιά των φίλων που αυτές τις μέρες Υπηρετούν και στις νέες και τους νέους του τόπου

Η Εθνική Φρουρά ήταν για μένα το μεγαλύτερο κοινωνικό σχολείο. Η πρώτη φορά που ως έγκλειστος και υπό την αυστηρή κυριαρχία μίας πανίσχυρης εξουσίας εκτέθηκα σε όλες τις δυνάμεις που συνθέτουν το μικρό μεσαιωνικό μας φέουδο.

Αφού έκανα την βασική μου εκπαίδευση διέκοψα την θητεία μου για τρία χρόνια σπουδάζοντας δάσκαλος και επέστρεψα «ώριμος και σπουδασμένος» για να την συμπληρώσω. Το καταπληκτικό αυτό «προσόν» μαζί με τον πρώτο εφηβικό ανεκπλήρωτο έρωτα - για χάρη του οποίου έμεινα στο νησί αντί να προσπαθήσω να γίνω έφεδρος αξιωματικός όπως η συντριπτική πλειοψηφία των συμφοιτητών μου - ήταν το διαβατήριο μου για την κοινωνική μου εκπαίδευση.

Στο μεγαλύτερο μέρος της θητείας μου επάνδρωνα αδιαμαρτύρητα τρία και τέσσερα διαφορετικά πόστα ταυτόχρονα. Γραφέας σε δύο από τα Γραφεία, αποθηκάριος σε δύο από τις αποθήκες, Αλφαμίτης χτυπώντας καθημερινά δεκάωρα τον πρώτο χρόνο της θητείας μου άγγιζα συχνά τα προσωπικά μου όρια, υπομονής, κούρασης και αποθηκευμένης οργής.

Έμαθα τι θα πει ρουσφέτι από πρώτο χέρι όταν βίωσα καταστάσεις ροκ με στρατιώτες γνωστών οικογενειών που πήγαιναν σπίτι για να «μεταφράσουν» τετρασέλιδα φυλλάδια για εβδομάδες, είδα συναδέλφους μου να βγαίνουν καθημερινά – κυριολεκτικά – εις βάρος άλλων, με την ευλογία των διοικητών μας και έζησα την κοινωνική αδικία όλων όσων προσπαθούσαμε να κάνουμε το μέγιστο που μπορούσαμε, τις περισσότερες φορές χωρίς καμία απολύτως αναγνώριση αυτής της προσπάθειας.

Έζησα εξαίρετους αξιωματικούς τους οποίους μέχρι σήμερα ευγνωμονώ και μνημονεύω. Έζησα και αληθινά τέρατα  αλαζονείας και έπαρσης των οποίων ο καφές συχνά περιλάμβανε και τα φτυσίματα τεσσάρων και πέντε στρατιωτών στην πορεία από το μπρίκι στο γραφείο τους.

Πάνω από όλα έμαθα να ξεχωρίζω την αληθινή ανθρωπιά και ανιδιοτέλεια στις σχέσεις και τις επαφές. Και στις φιλίες.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ όλους όσους έμειναν εθελοντικά στο τάγμα για να με βοηθήσουν να καθαρίσουμε τα κατσαρολικά από την λίγδα πολλών χρόνων πολύ ώρα μετά από την ώρα της εξόδου των. Όλες εκεινες τις φορές που κάποιος αναλάμβανε την εργασία σου για να σε αποφορτίσει, τα κεράσματα με αγάπη που έρχονταν κάθε πρωί Κυριακής για όσους δεν θα έβγαιναν Σαββατοκυρίακο. Τον κοινό πόνο των ανεκπλήρωτων παθών μας και την γραμμή στο καρτοτηλέφωνο. Ναι είμαστε τόσο παλιοί, πριν από τα κινητά... Και την αθάνατη φράση «ρε σειρά» που περιλάμβανε μέσα όλη την αποδοχή και την αγάπη του κόσμου. Παρά το ότι ως άσειρος – πιο μεγάλος από τους παλιούς και ήδη παλιός για τους νέους – δεν την εισέπραττα ποτέ προσωπικά.Θυμούμαι έναν έναν τους συναδέλφους μου αυτούς με συγκίνηση και την άίσθηση της συλλογικής μαςυπεροχότητας.

Και το βουνό!

Το βουνό ήταν η καταφυγή μου μέσα στον κόσμο της εξουσιαστικής τεστοστερόνης. Η μονάδα μου επάνδρωνε ένα μικρό «μυστικό» φυλάκιο πάνω στο βουνό το οποίο ήταν και ο χώρος καταφυγής μου όταν αισθανόμουν ότι πλησίαζα επικίνδυνα στον προσωπικό τσάκρισμα. Καθώς το ζευγάρι στρατιωτών που ανέβαινε περνούσε δύο εβδομάδες χωρίς έξοδο ήταν πολύ εύκολο για όποιον εθελοντικά ζητούσε να «επιλεγόταν» άμεσα. Νομίζω ότι πέρασα τρεις ή τέσσερις από τους μήνες της θητείας μου πάνω. Και στις δύο χρονιές μεγάλο μέρος των διακοπών των Χριστουγέννων.

Το βουνό ασκούσε και ασκεί μία μαγική δύναμη μέσα μου. Με γαληνεύει. Για όσους υπηρέτησαν και υπηρετούν ανάμεσα στα δέντρα του τόπου μας η ησυχία, τα πουλιά που σε ξυπνούν με το χάραμαν του φου είχαν και έχουν μίαν ξεχωριστή θέση στην καρδιά μας. Εκεί πέρασα αποκλεισμένος μαζί με τον Μ.Π μέρος των χριστουγεννιάτικων διακοπών του 1992. Είχε χιονίσει τόσο πολύ που η πόρτα του φυλακίου καλύφθηκε με χιόνι και σκάβαμε κυριολεκτικά με το φτυάρι για να βγούμε στην κουζίνα που ήταν ξεχωριστό μικρό κτίριο έξω από το φυλάκιο. Στην οροφή της κουζίνας κρέμμονταν σταλακτίτες από πάγο. Το φυλάκιο αποκλείστηκε για 11 μέρες από την σφοδρή χιονόπτωση και το ρεύμα κόπηκε για μερικές μέρες από πτώση κεραυνού στο δίκτυο της ΑΗΚ. Συνέβαιναν και αυτά στην Κύπρο πριν από 25 χρόνια. "Επιβιώσαμε" με τα τρόφιμα που πήραμε και με τροφοδοσία κονιάκ από παρακείμενο φυλάκιο καταδρομέων. Εΐβα πρώτη με τα κομμάτια πάγου που κρέμμονταν από την στέγη.

Μέσα σε αυτό το χαλασμό πριν και μετά τον αποκλεισμό μας βίωσα το πνεύμα της αδελφοσύνης μέσα από δύο επισκέψεις συσστρατιωτών μας. Η πρώτη πριν από την επιδείνωση του καιρού έγινε από τους φίλους μας τους αδειούχους. Δεν ξέρω πόσοι από εσάς είχατε την τύχη μίας αναπάντεχης και απρόσμενης επίσκεψης από φίλους που θα μπορούσαν να είναι με τις οικογένειες τους αλλά διάλεξαν αντ’ αυτού να ανεβούν στο βουνό για να περάσουν μαζί σας την γιορτή, να φαν να πιουν και να παίξουν σαν παιδάκια μέσα στο χιόνι.  Να ανεβούν στις κεραίες και να μην μπορούν να κατέβουν από τη ζάλη, να βυθίζονται στο μαλακό χιόνι πάνω από το χαράκωμα και να θυμίζουν σκηνές από μίκυ μάους. Το γέλιο αναβλύζει από μέσα μου δύο δεκαετίες μετά. Και η άδολη, ανιδιοτελής ένοπλη αγάπη ανάμεσα σε ανθρώπους που γνώριζαν ότι κάποτε μπορεί να σκοτωθούν μαζί.

Η δεύτερη επίσκεψη έγινε στην αλλαγή φρουράς από όπου και η φωτογραφία. Μαζί  με τους δύο αντικαταστάτες μας και τον οδηγό ανέβηκε και ο υποδιοικητής του λόχου μας. Χωρίς να είναι υποχρεωμένος, θα μπορούσε να είχε στείλει έναν χαμηλόβαθμο αξιωματικό. Ξανά οι ίδιες σκηνές, λίγο πιο σεμνές βέβαια στην παρουσία της «εξουσίας» και ο ημιτελής χιονάνθρωπος να μας θυμίζει ότι « εάν δεν γίνετε σαν τα παιδιά δεν θα μπείτε στην βασιλεία των ουρανών»…

Τα όνειρα που μοιραστήκαμε κάτω από τον έναστρο ουρανό, οι πόθοι και οι προσδοκίες μας, οι έρωτες και τα οράματα για το μέλλον μας διαψεύστηκαν, θρυμματίστηκαν για πολλούς από εμάς. Εμείς, τα παιδιά της εισβολής στάθηκε αδύνατο να διατηρήσουμε συλλογικά την πυξίδα μας προς την προσωπική και συλλογική Ελευθερία.

Πολλοί από εμάς ξεπουλήθηκαν στην πορεία σε κόμματα και ΜΚΟ και εξαγοράστηκαν με θεσούλες και καρέκλες χάνοντας το πρωτόκτιστο εκείνο κάλλος. Άλλοι αφού πρόδωσαν τον Έρωτα της Ελευθερίας βολεύτηκαν με γάμους «επανένωσης» και «λύσης». Αναζητώντας θέσεις, κύρος και λεφτά έσφαξαν το παιδί μέσα τους που τουλάχιστον ως τα πρώτα χρόνια της νιότης  ονειρευόταν να παίζει Ελεύθερο στα χιόνια και στις δυο οροσειρές του τόπου μας. Τα χιόνια τώρα είναι λιγότερο σημαντικά από τα υπεροπολυτελή 4Χ4 που στολίζουν πεντακάθαρα και αχρησιμοποίητα τα γκαράζ. Οι νέοι που κάποτε ήθελαν να φάνε το κόσμο ενάντια στην βούληση των γονιών τους είναι σήμερα αυτοί που διδάσκουν «οδυνηρούς συμβιβασμούς και πολιτικό ρεαλισμό» στα δικά τους παιδιά…

Όσοι από εμάς αντισταθήκαμε στον εξανδραποδισμό μοιάζουμε σήμερα με τις γάτες του άη-Νικόλα άλλοι κουτσοί, άλλοι στραβοί, άλλοι χωρίς αυτιά, προβιά κουρέλι… (1) Και με την επίγνωση της επικείμενης μας εξαφάνισης, με μία αίσθηση υπαρξιακής αγωνίας για τον τόπο και τον λαό μας. 

Τα θυμήθηκα αυτά σήμερα, παραμονή της αλλαγής του χρόνου με την βαθιά κατανόηση της συλλογικής μας αποτυχίας βλέποντας το σύνθημα «Με τη δύναμη της δικής μας γενιάς» της εκστρατείας Νικόλα Παπαδόπουλου αλλά και παρακολουθώντας ανήμπορος να παρελαύνουν στις οθόνες κοστουμαρισμένοι υποψήφιοι με τις κουστωδίες τους. Ποια άραγε σχέση έχουν όλοι αυτοί με τους νέους της φωτογραφίας ένα τέταρτο του αιώνα πριν;

Η δική μας γενιά απέτυχε, όπως και η προηγούμενη από αυτήν. Οι ελπίδες μου βρίσκονται στις νέες και τους νέους που σήμερα απαξιούν να ασχοληθούν με κοστουμαρισμένους λιμοκοντόρους. Σε αυτές και αυτούς και ιδιαίτερα σε όσους σήμερα υπηρετούν μαζί με τα παιδιά των φίλων και « συμπολεμιστών» μου εύχομαι ολόψυχα:

Καλοί Πολίτες!

Είθε να γίνετε πολύ καλύτεροι από εμάς και τους ανέραστους ηγετίσκους μας. Εύχομαι μέσα από τις δικές σας γενιές να γεννηθούν οι δυνάμεις εκείνες που θα πολιτεύονται Παίζοντας.

Τόπο στα νιάτα!

Αλλαγή Φρουράς…

Σόλων Αντάρτης~solon_antartis@yahoo.com
~~~~~~~~~~~~~

Σημειώσεις
-------------

1. Γιῶργος Σεφέρης - Οἱ Γάτες τ᾿ Ἅι-Νικόλα

Τὸν δ᾿ ἄνευ λύρας ὅμως ὑμνωδεῖ θρῆνον Ἐρινύος αὐτοδίδακτος ἔσωθεν θυμός,
οὐ τὸ πᾶν ἔχων ἐλπίδος φίλον θράσος. ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ. 990 ἔπ.

«Φαίνεται ὁ Κάβο-Γάτα...», μοῦ εἶπε ὁ καπετάνιος
δείχνοντας ἕνα χαμηλὸ γιαλὸ μέσα στὸ πούσι
τ᾿ ἄδειο ἀκρογιάλι ἀνήμερα Χριστούγεννα,
«... καὶ κατὰ τὸν Πουνέντε ἀλάργα τὸ κύμα γέννησε τὴν Ἀφροδίτη
λένε τὸν τόπο Πέτρα τοῦ Ρωμιοῦ.
Τρία καρτίνια ἀριστερά!»
Εἶχε τὰ μάτια τῆς Σαλώμης ἡ γάτα ποὺ ἔχασα τὸν ἄλλο χρόνο
κι ὁ Ραμαζὰν πῶς κοίταζε κατάματα τὸ θάνατο,
μέρες ὁλόκληρες μέσα στὸ χιόνι τῆς Ἀνατολῆς
στὸν παγωμένον ἥλιο
κατάματα μέρες ὁλόκληρες ὁ μικρὸς ἐφέστιος θεός.
Μὴ σταθεῖς ταξιδιώτη.
«Τρία καρτίνια ἀριστερά» μουρμούρισε ὁ τιμονιέρης.
...ἴσως ὁ φίλος μου νὰ κοντοστέκουνταν,
ξέμπαρκος τώρα
κλειστὸς σ᾿ ἕνα μικρὸ σπίτι μὲ εἰκόνες
γυρεύοντας παράθυρα πίσω ἀπ᾿ τὰ κάδρα.
Χτύπησε ἡ καμπάνα τοῦ καραβιοῦ
σὰν τὴ μονέδα πολιτείας ποὺ χάθηκε
κι ἦρθε νὰ ζωντανέψει πέφτοντας
ἀλλοτινὲς ἐλεημοσύνες.
«Παράξενο», ξανάειπε ὁ καπετάνιος.
«Τούτη ἡ καμπάνα-μέρα ποὺ εἶναι-
μοῦ θύμισε τὴν ἄλλη ἐκείνη, τὴ μοναστηρίσια.
Διηγότανε τὴν ἱστορία ἕνας καλόγερος
ἕνας μισότρελος, ἕνας ὀνειροπόλος.
«Τὸν καιρὸ τῆς μεγάλης στέγνιας,
- σαράντα χρόνια ἀναβροχιὰ -
ρημάχτηκε ὅλο τὸ νησὶ
πέθαινε ὁ κόσμος καὶ γεννιοῦνταν φίδια.
Μιλιούνια φίδια τοῦτο τ᾿ ἀκρωτήρι,
χοντρὰ σὰν τὸ ποδάρι ἄνθρωπου
καὶ φαρμακερά.
Τὸ μοναστήρι τ᾿ Ἅι-Νικόλα τὸ εἶχαν τότε
Ἁγιοβασιλεῖτες καλογέροι
κι οὔτε μποροῦσαν νὰ δουλέψουν τὰ χωράφια
κι οὔτε νὰ βγάλουν τὰ κοπάδια στὴ βοσκὴ
τοὺς ἔσωσαν οἱ γάτες ποὺ ἀναθρέφαν.
Τὴν κάθε αὐγὴ χτυποῦσε μία καμπάνα
καὶ ξεκινοῦσαν τσοῦρμο γιὰ τὴ μάχη.
Ὅλη μέρα χτυπιοῦνταν ὡς τὴν ὥρα
ποῦ σήμαιναν τὸ βραδινὸ ταγίνι.
Ἀπόδειπνα πάλι ἡ καμπάνα
καὶ βγαῖναν γιὰ τὸν πόλεμο τῆς νύχτας.
Ἤτανε θαῦμα νὰ τὶς βλέπεις, λένε,
ἄλλη κουτσή, κι ἄλλη στραβή, τὴν ἄλλη
χωρὶς μύτη, χωρὶς αὐτί, προβιὰ κουρέλι.
Ἔτσι μὲ τέσσερεις καμπάνες τὴν ἡμέρα
πέρασαν μῆνες, χρόνια, καιροὶ κι ἄλλοι καιροί.
Ἄγρια πεισματικὲς καὶ πάντα λαβωμένες
ξολόθρεψαν τὰ φίδια μὰ στὸ τέλος
χαθήκανε, δὲν ἄντεξαν τόσο φαρμάκι.
Ὡσὰν καράβι καταποντισμένο
τίποτε δὲν ἀφῆσαν στὸν ἀφρὸ
μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα.
Γραμμή!
Τί νὰ σοῦ κάνουν οἱ ταλαίπωρες
παλεύοντας καὶ πίνοντας μέρα καὶ νύχτα
τὸ αἷμα τὸ φαρμακερὸ τῶν ἑρπετῶν.
Αἰῶνες φαρμάκι γενιὲς φαρμάκι».
«Γραμμή!
Τί νὰ σοῦ κάνουν οἱ ταλαίπωρες
παλεύοντας καὶ πίνοντας μέρα καὶ νύχτα
τὸ αἷμα τὸ φαρμακερὸ τῶν ἑρπετῶν.
Αἰῶνες φαρμάκι, γενιὲς φαρμάκι».
«Γραμμή!» ἀντιλάλησε ἀδιάφορος ὁ τιμονιέρης.

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 1969
Από:
http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/george_seferis/oi_gates_t_ai_nikola.htm

AttachmentSize
stratos_xionia2.jpg500.5 KB

Comments

Newswire

Mon 1 January 2018
Sat 30 September 2017
Sat 23 September 2017

Syndicate

Syndicate content Features

Syndicate content Newswire