User login

Navigation

Global IMC Network

Στο ηφαίστειο του Αίμου πριν την επόμενη έκρηξη (Ε μέρος)

Προδημοσίευση αποσπασμάτων μπροσούρας για τα Βαλκάνια: Στο Ηφαίστειο του Αίμου πριν την επόμενη έκρηξη

Το κείμενο της μπροσούρας, σε μια εποχή που η ρευστότητα είναι ο μοναδικός κανόνας για την ευρύτερη περιοχή, ήταν βάση για μια από τις εισηγήσεις σε εκδήλωση για τα Βαλκάνια, στη διεθνή διοργάνωση αναρχικών συλλογικοτήτων με την ονομασία «3 γέφυρες», το φθινόπωρο του 2015. Οι αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν, οι προσθήκες και οι διορθώσεις δεν άγγιξαν καθόλου τον πυρήνα του σκεπτικού που αναπτύχθηκε ενοχλητικά στην εκδήλωση.

Η «ιμπεριαλιστική» Ελλάδα
«Όταν η συμφορά συμφέρει, λογάριαζέ την για πόρνη»
Ο. Ελύτης
Η πλευρά των αναρχικών στην Ελλάδα, την εποχή που κατάρρεε το βαλκανικό οικοδόμημα του σοσιαλισμού, δικαιώθηκε πως «ίδια είν’ τα αφεντικά, δεξιά κι αριστερά». Όμως δεν μπορέσαμε, ως μη έχοντες δομές και πρόταγμα, να πραγματοποιήσουμε σοβαρές τομές. Τομές όχι μόνο για το τέλος της δικής μας μεταπολίτευσης, της οποίας αν και έχει βγει η ψυχή δε βγαίνει το χούι, αλλά και για την αρχή του τέλους μιας παράλογης και άθλιας οργάνωσης του κόσμου ειδικά σε μια περίοδο που η ρευστότητα ξεκίνησε να είναι ο κανόνας της. Τα γειτονικά μας Βαλκάνια έγιναν, για μας, ο γεωγραφικός χώρος που η «ιμπεριαλιστική» Ελλάδα επεκτείνεται, έγιναν το πρωτοφανές ενδιαφέρον για το βαλκάνιο μετανάστη στην Ελλάδα με αρνητική απόληξη στους «έλληνες», έγιναν τα δυο μέτρα και δυο σταθμά απέναντι σε εθνικούς πολέμους στη Γιουγκοσλαβία, έγιναν η μονόπλευρη παρουσίαση για τη Σρεμπρένιτσα εναντίον των σέρβων και κάποιων ελλαδιτών φασιστών που συνέτρεξαν αυτούς. Με τη συνήθη μέθοδο της μικροϊστορίας που απαλείφει την κεντρική αφήγηση, έγιναν το ιδεολογικό πεδίο στιγματισμού της «ισχυρής Ελλάδας» των δημαγωγών του εκσυγχρονισμού που υπερηφανεύονταν για την αύξηση του ΑΕΠ από την εργασία των μεταναστών νομιμοποιώντας τμήμα της χώρας ως δουλοκτητικό, στο όνομα της εξομάλυνσης της ζωής των μεταναστών.
Η μονόπλευρη αυτή αλλοεθνικιστική, αφήγηση, αρνήθηκε να συμπεριλάβει στο πεδίο της κριτικής της, τις αναθεωρητικές-αλυτρωτικές τάσεις μέσα στις χώρες αυτές όπου διαβιούν εθνικές μειονότητες σε κάθε γειτονικό εθνικό κράτος, αρνήθηκε να ασχοληθεί με τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας ή των ελλήνων που διαβιούν σε άλλες χώρες, αρνήθηκε να ασχοληθεί με τις άλλες εθνοκαθάρσεις όπως αυτήν στην Κράινα που θύματα ήταν οι σέρβοι αλλά και η μεγαλύτερη μέχρι τότε μεταπολεμική μετακίνηση προσφύγων, αρνήθηκε να ασχοληθεί με τις επεκτατικές νέο-οθωμανικές τάσεις της Τουρκίας η οποία βασίστηκε στο περίφημο «ισλαμικό τόξο» αλλά κυρίως απέφυγε ως «ο διάολος το λιβάνι» τις αναφορές στον ιμπεριαλισμό και στην αποικιοκρατική στρατηγική χωρών της ανεπτυγμένης Ευρώπης και των ΗΠΑ. Αντίθετα: η Ελλάδα έγινε το απόλυτο κακό, η επίσημη αφήγηση εξουδετερώθηκε εξ ολοκλήρου ως «εθνικιστική» και ένας αέρας ανοχής φύσηξε για όποιες συμπεριφορές διαφορετικές προκαλούν το κοινό αίσθημα. Οι συμπεριφορές αυτές αλλά και η συναίνεση σ’ αυτές απέκτησαν διαβατήριο ιδεολογίας ενώ η όποια κριτική σε αυτές βαφτιζόταν συλλήβδην ως ρατσιστική ή εθνικιστική-φασιστική. Έτσι, δεν καταφέραμε να χτίσουμε γέφυρες με τους μετανάστες μας και με τις γλωσσικές, θρησκευτικές και εθνικές μειονότητες στα Βαλκάνια, διότι για να χτίσεις γέφυρες οφείλεις να εντοπίσεις και τις όχθες. Ένα ανιδιοτελές κοινωνικό κίνημα βάσης και δρόμου προσανατολίστηκε όχι στο «με τους μετανάστες» αλλά στο «για τους μετανάστες», με μια μυωπική θετική ματιά στις γλωσσικές, θρησκευτικές και εθνικές μειονότητες που ζουν στην Ελλάδα αλλά όχι στις ελληνικές μειονότητες που ζουν στις όμορες χώρες, σε καταγγελίες για τον Μέγα Αλέξανδρο στα πρόθυρα του 2.000 μ.Χ. κι αδιαφορώντας που η γειτονική χώρα, επίσημα και συνταγματικά, μετατρεπόταν σε διεθνές κέντρο «μακεδονισμού». Αδιαφορώντας εν τέλει για τη διεθνή ηγεμονία που ως επιτηρητής των διαφορών κατάφερνε και συνεχίζει να καταφέρνει τη βαλκανική διαίρεση καβαλώντας, εναλλακτικά, το ένα ή το άλλο άλογο για να πετύχει το στόχο της: την περεταίρω διαίρεση.
Επίσης, ο «χώρος» προσανατολίστηκε σε κανονιστικά πρότυπα της μεταμοντέρνας αφήγησης, σε θεωρίες των ίσων αποστάσεων, σε παραθεωρήσεις που συνοδοιπορούσαν με ευρωπαϊκές σκοπιμότητες που συνέπιπταν με την κατευναστική πολιτική προς τους αναθεωρητικούς παράγοντες της περιοχής και ιδιαίτερα προς την Τουρκία. Το αποτέλεσμα ήταν να συρθεί, το κίνημα βάσης -οριζόμενο στην παρούσα ως ένα ευρύ, οριζόντιο δίκτυο συσσωματώσεων και ξεχωριστών προσώπων- σε ένα διαρκή αντίλογο και σύγκρουση με τον εγχώριο φασισμό κι ακόμα με την όποια εκδοχή πατριωτισμού ή ψύχραιμης ανάλυσης τόνιζε για την ιδιαιτερότητα της ευρύτερης περιοχής μας. Από την εποχή εκείνη οι διάφοροι επίδοξοι Φίρερ συνέθεταν μια νέα αφήγηση εν μέσω παγκόσμιας κρίσης, βασισμένης τόσο στις αντικομμουνιστικές της διαθήκες όσο και στις νέες «αντιιμπεριαλιστικές» δημαγωγικές παρακαταθήκες όπως π.χ. του Ανδρέα πως «η Ελλάδα ανήκει στους έλληνες». Για αυτό και δεν τα κατάφερε να χτίσει –πέρα από φαεινές εξαιρέσεις- θεμέλια ενός διεθνιστικού κινήματος ντόπιων και ξένων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ιδεολογικής τύφλωσης απέναντι στο φαινόμενο μαζικής ενσωμάτωσης των μεταναστών ήταν η χρόνια υποβάθμιση ζητημάτων όπως η απόκτηση χαρτιών ή απέναντι σε προ(σ)κλήσεις όπως π.χ. του φόρουμ αλβανών μεταναστών που διατεινόταν πως «είμαστε όλοι ντόπιοι» το κίνημα επέμενε «είμαστε όλοι ξένοι». Έτσι δίπλα στο γεγονός ότι οι μεταναστευτικές κοινότητες ήταν ευάλωτες και παράλληλα οχυρωμένες στις εθνικές-θρησκευτικές τους ταυτότητες, η λειτουργία της ανοχής λειτούργησε στην ανάπτυξη παράλληλων κόσμων που μοιραία συγκρούονται. Και σ’ αυτή τη φιλελεύθερη συνθήκη το πρώιμο αντίφα κίνημα υποκλίθηκε. Η παρουσία ελάχιστου ποσοστού μεταναστών σε συνθετικές κινηματικές διεργασίες δείχνει του λόγου το αληθές.
Απέναντι σε μια ολική επαναφορά στο τραγικό παρελθόν των βαλκανικών πολέμων που αν δεν έφτιαξαν σύνορα με ευθείες γραμμές όπως στην Αφρική δημιούργησαν με την στρατιωτική πολιτική και οικονομική εποπτεία των μεγάλων δυνάμεων ένα εκρηκτικό μίγμα μειονοτήτων και εθνικών-αναθεωρητικών εντάσεων, τα μάτια του «χώρου» ή όπως αλλιώς ονομάζεται, εστίασαν στα μειονεκτήματα και στις σκοτεινές πλευρές της Ψωροκώσταινας-Κωλοπετεινίτσας που βίωνε τους ρυθμούς μιας βραχύβιας εμπορο-παρασιτικής ανάπτυξης και ευμάρειας στις πλάτες της φτηνής εργασίας των βαλκάνιων μεταναστών. Η Ψωροκώσταινα-Κωλοπετεινίτσα θα έπαιζε το ρόλο ενός δευτερεύοντος ιδεολογικού μοχλού για τις στρατιωτικές επεκτάσεις της Δύσης στην Κεντρική Ανατολή, θα έπαιζε το ρόλο του σταθεροποιητικού και δήθεν ηγεμονικού παράγοντα στα Βαλκάνια. Αυτή που μετά από μια δεκαετία ανάπτυξης και τρελών ρυθμών οικονομίας μετατράπηκε, ραγδαία, σε μια θλιβερή αποικία χρέους και σήμερα σε οικονομικό προτεκτοράτο, δεχόμενη απειλές σε όλο σχεδόν το μήκος των συνόρων της.

Η «ισχυρή» Ελλάδα-η θέση της στα Βαλκάνια
«Εάν η Ελλάδα και η Τουρκία δεν λάμβαναν τη βοήθεια, τότε ήταν αναπόφευκτο να πέσουν στον κομουνισμό κι αυτό θα άνοιγε τον ασκό του Αιόλου για όλη την περιοχή». Πρόεδρος των ΗΠΑ, Χάρι Τρούμαν, 12 Μαρτίου 1947
«Κύριε, όχι μ’ αυτούς. Ας γίνει αλλιώς το θέλημά σου».
Γιώργος Σεφέρης
Η Ελλάδα ως ιστορικός χώρος από την αρχαιότητα μέχρι τη μικρασιατική καταστροφή του 1922 είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στα Βαλκάνια σε διάφορες πτυχές και τομείς. Τόσο οι εθνικορομαντικές αφηγήσεις της «αδιάλειπτης συνέχειας του έθνους» ή ακόμα χειρότερα της «φυλής» όσο και οι μαρξιστικές-φιλελεύθερες αντιλήψεις για την «κατασκευή του έθνους στη νεωτερική εποχή», απέτυχαν να ερμηνεύσουν την ελληνική περίπτωση αλλά και γενικότερα τα Βαλκάνια. Οι ιδιοπροσωπίες μας δεν είναι ούτε «αδιάλειπτες συνέχειες» ούτε «κατασκευές της νεωτερικής περιόδου». Τα έθνη στα Βαλκάνια δεν κατασκευάστηκαν από τα κράτη, σημείωσαν όμως ασυνέχειες αλλά και συνέχειες που αφορούν το κοινό αίσθημα του ανήκειν.
Μετά το τραγικό τέλος του βαλκανικού οράματος του Ρήγα που σηματοδοτούσε το τέλος μιας ανεξάρτητης δημοκρατικής και πολυεθνικής πολιτικής οργάνωσης της ευρύτερης περιοχής, οι στρατιωτικοπολιτικές δυνάμεις κάθε έθνους ανέλαβαν την ευθύνη για την ανεξαρτησία του έχοντας δίπλα και ενάντια τους τις μεγάλες δυνάμεις. Το ελληνικό έθνος έχοντας δίπλα του και ενάντιά του τις μεγάλες δυνάμεις στο πλαίσιο οξύτατων ανταγωνισμών για τη διατήρηση ή την διάλυση της Αυτοκρατορίας απέκτησε ένα ημιανεξάρτητο κράτος. Μετά τους καταστροφικούς βαλκανικούς πολέμους, μετά από την αντίσταση κατά της γερμανικής-ιταλικής-βουλγαρικής-αλβανοτσάμικης κατοχής, οι αντιστεκόμενοι έλληνες ηττήθηκαν από την αγγλική στρατιωτική επέμβαση και αργότερα από την αμερικανική δύναμη που στήριξε αποτελεσματικά σε στρατιωτικό και οικονομικό επίπεδο την ελλαδική άρχουσα τάξη. Με τη χρήση ναπάλμ στο Γράμμο, που σηματοδότησε παγκοσμίως την πρώτη πράξη ψυχρού πολέμου, η Ελλάδα πέρασε στο δυτικό στρατόπεδο συνάπτοντας υποχρεωτική φιλία με την Τουρκία στο κοινό σχέδιο αντιμετώπισης του κοινού κομουνιστικού κινδύνου, δια μέσου του δόγματος Τρούμαν, για στρατιωτική βοήθεια.
Αυτό το δόγμα που συνοδεύτηκε από μια γενναία χρηματοδότηση του σχεδίου Μάρσαλ, το οποίο επέκτεινε την εξάρτηση, υπονομεύτηκε από ένα σημαντικό τμήμα του ελληνικού λαού ενάντια σε μια άρχουσα τάξη η οποία διαιρέθηκε στη βάση προσωπικών και κομματικών συμφερόντων ή έξωθεν κατευθύνσεων έξωθεν. Οι ταξικοί και κοινωνικοί αγώνες δίπλα στην υποστήριξη για την αυτοδιάθεση της Κύπρου υπονόμευσαν κάθε έννοια δυτικού προσανατολισμού της χώρας. Όταν μάλιστα ένα διακριτό τμήμα της άρχουσας τάξης προσπάθησε να φέρει κάποια προσκόμματα στις αποικιακές οικονομικές συμβάσεις ή να διασαλεύσει σε κάποιο βαθμό τη νεοαποικιακή πολιτική στην Κύπρο, η χούντα ως κρυφό χαρτί των αμερικανών ήρθε να αποτελειώσει την ελληνική άνοιξη του ’60. Μέχρι και την περίοδο της μεταπολίτευσης η άρχουσα τάξη μιλούσε για το «σιδηρούν παραπέτασμα» και οι εχθροί της, από κάθε σχεδόν εκδοχή, μιλούσαν για τις σωτήριες λύσεις του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Στο μεταξύ υπήρχαν διπλωματικές αντιπροσωπείες οι οποίες κανόνιζαν εμπορικές συμφωνίες-μέχρι και προξενείο δημιουργήθηκε το 1971 στα Τίρανα. Όμως η έλλειψη δυνατότητας μετακίνησης και της επικοινωνίας, ο μεταπολεμικός αντικομουνιστικός θρίαμβος σε όλες τις εκδοχές της καθημερινότητας ή από την άλλη η επιθετική ορολογία για τη «μοναρχοφασιστική Ελλάδα», απέκλειαν κάθε δυνατότητα γνωριμίας με τα άγνωστα Βαλκάνια.
Μετά τη μεταπολίτευση ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός του Καραμανλή και ταυτοχρόνως μιας διατήρησης του αμερικανικού κεκτημένου, τόσο για την εξομάλυνση της υπόθεσης του κυπριακού και των απειλών της Άγκυρας στο Αιγαίο όσο και για τη συνέχιση του «ανήκωμεν εις την Δύσιν» ως αντίβαρου συνθήκης ασφάλειας, σύνθεσε έναν παλιό διχασμό της άρχουσας τάξης και δόθηκαν περισσότερες ευκαιρίες γνωριμίας. Οι αντιφατικές πληροφορίες, όμως, δεν έδιναν την κατάλληλη δυνατότητα καθότι προέρχονταν από διαφορετικές ιδεολογικές ερμηνείες. Επισήμως οι διπλωματικές σχέσεις βελτιώθηκαν και έφτασαν ακόμα και στην περίκλειστη Αλβανία που συμμαχούσε με χώρες που βρισκόντουσαν στο άλλο σημείο του χάρτη, στα 1987, για να αρθεί έστω και με συμβολισμούς ή δηλώσεις, το «εμπόλεμο». Οι σχέσεις των λαών όμως παρέμειναν αδρανείς μέχρι και τη δεκαετία του ‘90 αφού στον χάρτη των ελλαδικών κινημάτων υπήρχε η σχετικά κοντινή Παλαιστίνη και η μακρινή Λατινική Αμερική. Από τις παρατάξεις της άρχουσας τάξης κάθε ανεξαρτησιακή τάση εκλαμβάνονταν ως ανάρμοστη πράξη για τους προστάτες της Ελλάδας ενώ από την αριστερά κάθε κριτική προς τις σοσιαλιστικές χώρες εκλαμβανόταν ως «νερό στο μύλο της αντίδρασης».
Από την εποχή εκείνη και μετά, εποχή που αποτελεί τομή για την πλήρη ένταξη της Ελλάδας στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς με πολιτικούς όρους, η Ελλάδα μέσω της ΕΕ διαδραμάτισε έναν πρωταγωνιστικό ρόλο μέχρι και τα πρόθυρα της ελλαδικής κρίσης. Έτσι η Ελλάδα, ήταν ένα από τα οχήματα της ΕΕ και του ΝΑΤΟ για την ένταξη των Βαλκανίων στους διεθνείς πολιτικούς, οικονομικούς και στρατιωτικούς οργανισμούς της Δύσης. Είτε με τη συμβολή της στην αποσταθεροποίηση της Γιουγκοσλαβίας δια μέσου του σούπερ πατριώτη Αντώνη Σαμαρά, υπουργού εξωτερικών το 1991 που συμφώνησε επίσημα στη διάλυσή της-άρα και στη δημιουργία του σημερινού «μακεδονικού ζητήματος», είτε με τη συμβολή της στη «σταθερότητα» της Βαλκανικής ως χώρας μέλους με εμπειρία στους «δημοκρατικούς θεσμούς και στην ελεύθερη οικονομία» ήταν η χώρα με μια σημαντική και διακριτή διείσδυση μιας ελίτ που ωθήθηκε από την ΕΕ. Επενδύσεις ελλήνων αφεντικών, τραπεζών κλπ. σε μια περίοδο που η ελληνική οικονομία ήταν περισσότερο σταθερή και κερδοφόρα από ποτέ, σε αριθμούς που δεν εξέφραζαν την κατευθυνόμενη παραγωγική της καταπόντιση, ήταν η ευκαιρία για αετονύχηδες εμποροπαρασιτικούς-τραπεζιτικούς οίκους να διαπρέψουν στα Βαλκάνια και μάλιστα όταν η Ελλάδα ήταν η χώρα προορισμού εκατοντάδων χιλιάδων βαλκάνιων μεταναστών. Αυτή ήταν η «ισχυρή» Ελλάδα της είσπραξης της καρπαζιάς που έλεγε «ευχαριστώ» στις ΗΠΑ για τη μεσολάβησή τους στην κρίση των Ιμίων, της κουμπαριάς με τους οθωμανούς δυνάστες με δώρο το κεφάλι του ηγέτη των κούρδων Οτζαλάν.
Έτσι από τη μια δημιουργήθηκε ένα σχεδόν δουλοκτητικό ευρύ στρώμα στην Ελλάδα και από την άλλη συστάθηκε μια αποικιοκρατική ομάδα στα Βαλκάνια-η ίδια που κερδοσκοπούσε εις βάρος των ελλήνων με τα χρήματα του κράτους και της ΕΕ και μάλιστα χωρίς τις καταβολές οφελών που διαπνέει μια αποικιοκρατική παράδοση. Δηλαδή τα «οφέλη» για το εσωτερικό από τις επενδύσεις στο εξωτερικό. Αντίθετα, με χρήματα της ΕΕ και διευκολύνσεις του ελληνικού κράτους εξασφάλιζε, αυτή η ομάδα, την αύξηση των περιουσιών των μελών της και κυρίως σε τομείς που γνώριζαν ή πρόβαραν: τις υπηρεσίες, κι αυτές κυρίως στις τηλεπικοινωνίες και στις τράπεζες και κάποια μεγάλα έργα. Σε σχέση με την οικονομία επίσης οφείλει να συμπεριληφθεί η άνοδος και η κατάρρευση της βιομηχανικής-βιοτεχνικής-γεωργικής επένδυσης η οποία βασίστηκε σε φτηνά βαλκανικά χέρια για να καλύψει το έλλειμμα του οργανωτικού και τεχνολογικού εκσυγχρονισμού, κατάρρευση που προκλήθηκε και από την είσοδο της Κίνας, της Γερμανίας και της Τουρκίας στις αγορές των Βαλκανίων. Για αυτό και η παραγωγική αποτυχία πλήττει και τις ίδιες τις τράπεζες με άμεσες συνέπειες στους πληθυσμούς.
Από την άλλη με διαφορές χρόνου η Ελλάδα βρέθηκε μαζί με κάποιες χώρες των Βαλκανίων σε όλους τους επεκτατικούς πολέμους της Δύσης αλλά και ως συμμέτοχος σε κοινές στρατιωτικές αποστολές. Η συμβολή της σ’ αυτές, πέρα από την γενική αντίθεση του συνόλου του πληθυσμού στην Ελλάδα, ήταν σε ρόλους κυρίως δευτερεύοντες χρησιμοποιώντας -σε μια μόνο των περιπτώσεων- το δικαίωμα της αρνησικυρίας για την περίπτωση του ονόματος της διπλανής χώρας. Αντίθετα σε κάθε απειλή της Τουρκίας η κατευναστική της πολιτική ως πολιτικής ένταξής της στο κλαμπ του σύγχρονου κόσμου του εμπορίου και του χρήματος που κατευνάζει τα πάθη, ήταν καίριος, τόσο για την αποδυνάμωσή του όσο και για την ισχυροποίηση της γειτόνισσας χώρας που προσποιούταν πως άλλαζε. Τα παραμύθια για την «ισχυρή Ελλάδα» ή οι επαναστατικές κανονιστικές θεωρήσεις για την «ιμπεριαλιστική Ελλάδα» αποδείχθηκαν τουλάχιστον λάθος και στην χειρότερη περίπτωση ξέφτισαν. Έτσι την περίοδο του ξεσπάσματος της ελλαδικής κρίσης ήδη από το 2007, η Ελλάδα βρέθηκε σταδιακά μέχρι και σήμερα, από παράγοντας των Βαλκανίων σε μια ανασφαλή από κάθε άποψη χώρα. Η μεταπολίτευση της παρασιτικής κατεύθυνσης σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής και οργάνωσης, μέσω της διεθνούς επιτήρησης σήμερα, κατέδειξε τον πραγματικό ρόλο της χώρας.
Οι τελευταίες ενδείξεις αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. Πέρα από τις απειλές της Τουρκίας και την ελληνοαλβανική διένεξη, οι νέες διαπραγματεύσεις δήθεν για το όνομα της πΓΔΜ, οι προθέσεις για την αναγνώριση του Κοσόβου, η με υποδείξεις συνέχιση του αποκλεισμού της Ρωσίας, η επίσημη στήριξη της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ για όσες επεμβάσεις πραγματοποιεί στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, η κατάρρευση του δικτύου τραπεζών, η σημαντική ύφεση όλων των οικονομικών δραστηριοτήτων στα Βαλκάνια, ο ρόλος του κομπάρσου μιας γερμανικής θεότητας σε βαλκανικές διασκέψεις, η απίστευτη ροή υποδοχή στη χώρα εκατοντάδων χιλιάδων δυστυχισμένων προσφύγων με την Ελλάδα ως χώρα εισόδου, η κατάρρευση του κοινωνικού κινήματος 2010-2012, η αμηχανία και προσαρμογή του ελλαδικού πληθυσμού σε λύσεις περεταίρω αποικιοποίησης της χώρας, η αφωνία σε όλους τους διεθνείς οργανισμούς που συμμετέχει, διαλύουν κάθε «εθνικό» μύθο ή αλλοεθνικιστική «επαναστατική» παραθεώρηση.
«Και τι δεν κάναμε για αυτήν την πατρίδα! Άλλοι μας πεθάναμε κι άλλοι μας εκφωνήσαμε λόγους»
Ορχάν Βελή Κανίκ, τούρκος ποιητής (1914-1950)

Comments

Newswire

Fri 23 February 2018

Syndicate

Syndicate content Features

Syndicate content Newswire