User login

Navigation

Global IMC Network

Αποχαιρετώντας Σε Δεν Μπορώ να τους Συγχωρέσω

 

Δυο πόρτες έχει η ζωή
άνοιξα μια και μπήκα
σεργιάνισα ένα πρωινό
κι ώσπου να `ρθει το δειλινό
από την άλλη βγήκα

Η εικόνα σου στο νεκρικό κρεββάτι έμοιαζε με ελαιογραφία του Γκρέκο. Ισχνός, με το μικρό γενάκι, και την απουσία από την σάρκα του του ποιος ήσουν. Πάντα με εκπλήσσει τούτο το αδιαμφισβήτητο γεγονός, του ότι ο κάτοικος έχει αποδημήσει από το σώμα. Το σαρκίο σου φανέρωνε πάντως μία ηρεμία, έτσι σαν να πρόλαβες να διευθετήσεις τα πάντα προτού φύγεις. Ακόμη και το πώς θα φαινόσουν στο νεκρικό κρεββάτι.

Ήσουν ένας από τους καλύτερους αν όχι ο καλύτερος άνθρωπος που έχω γνωρίσει. Καλός κ’ αγαθός με την πληρότητα του νοήματος που μεταφέρουν οι δύο λέξεις. Ένας απλός λαϊκός άνθρωπος που δεν ξέχασες ποτέ ούτε τις καταβολές σου, ούτε τους ανθρώπους σου.

Μετανάστης από μικρός, έφτυσες αίμα δουλεύοντας κάτω από αντίξοες συνθήκες σε χώρες μακρινές χωρίς καμία αίσθηση προσωπικής ασφάλειας. Κι όμως με την καλοσύνη και το χαμόγελο σου, πάντα εκείνο το αδιόρατο χαμόγελο, κάτι ανάμεσα σε μειδίαμα Τζοκόντας και προεόρτιο έκρηξης γέλωτος, να φωτίζεις τα πάντα γύρω σου με την καλοσύνη σου. Η καλοσύνη πηγαία, αυτή που σιγά σιγά εκλείπει από την ανθρωπότητα. Καλός. Είναι το μόνο επίθετο με το οποίο μπορώ να σε χαρακτηρίσω.

Κι ύστερα ήρθε ο καρκίνος…

Και πάλεψες στα μαρμαρένια αλώνια με τον Χάρο. Μια δεκαετία άντεξες, τρεις μεταστάσεις, τρεις εγχειρίσεις, αμέτρητες χημειοθεραπείες, εμετούς, μολύνσεις, αραίωμα και χάσιμο των μαλλιών σου. Το μόνο που δεν κατάφερε ποτέ η ασθένεια να σβήσει από πάνω σου; Εκείνο το χαμόγελο.

Επέλεξες να μην φορτώσεις κανένα με την οδύνη της φροντίδας σου. Δεν ξέρω αληθινά πόσοι έχουν αυτή την εσωτερική δύναμη να το πράξουν. Είμαι βέβαιος ότι οι δικοί σου δεν κατάλαβαν, πιθανόν να μην καταλάβουν ποτέ τι είναι αυτό το τεράστιο απόθεμα αγάπης που επιλέγει να προστατεύσει,  επιλέγοντας την μοναχική πορεία προς το μαρτύριο.

Κι όταν οι επιλογές σου εξαντλήθηκαν, όταν η «επιστήμη» σήκωσε τα χέρια ψηλά, αποφάσισες να δοκιμάσεις την άλλη οδό, την απαγορευμένη, εκείνη που έχει φορτιστεί με όλα τα ανώμαλα αυτής της κοινωνίας. Πήρες κάνναβη. Μόνος, μακριά από όλους, κρυφά από τους γιατρούς οι οποίοι όταν τους ρώτησες σε προειδοποιήσαν να μην, διότι τότε δεν θα είσαι υποψήφιος για τις νέες «επαναστατικές θεραπείες» για τις οποίες σου μίλησαν. Έτσι την πήρες σιωπηλά, σαν κλέφτης μέσα στην νύχτα, έξω από τα πλαίσια της «νομιμότητας» των εξουσιαστών και των τσιρακιών τους.

Και η υγεία σου βελτιώθηκε. Οι πόνοι σταμάτησαν, το χαμόγελο ήταν ξανά πιο έντονο, πιο φωτεινό, τα προεόρτια στην έκρηξη γέλωτος, τα αιώνια πειράγματα κι ένα χιούμορ καυστικό που ποτέ μου δεν καταλάβαινα και πιθανόν και να μην καταλάβω. Κι ο όγκος σου σταθεροποιήθηκε, και μετά από μήνες βρήκες τη δύναμη να βγεις από το σπίτι, να ανεβείς στη μηχανή και να δώσεις και μια γύρα στην πόλη. Και να φλερτάρεις με την πρώτη κοπέλα που βρήκες στο περίπτερο. Μετά το τηλεφώνημα μας αισθάνθηκα τις ελπίδες σου, τις ελπίδες μου να αναπτερώνονται, και έπιασα τον εαυτό μου να στέλνει ευχές προς σε, προς το Σύμπαν, προς το Άφατο και Αιώνιο που μοιραστήκαμε μαζί όπως κάθε ψυχοναύτης που έχει κοινωνήσει των αχράντων μυστηρίων του φυτού. Προσευχόμουν για σένα…

Η χαρά μας δεν κράτησε πολύ. Οι οικείοι σου έφτασαν να σε «φροντίσουν». Δεν κατάλαβαν την θεραπεία σου, δεν κατανόησαν την εικόνα που παρουσίαζες, τον γαλήνιο ύπνο σου που σε επαναφόρτιζε, την δυνατότητα να εκφράζεις μετά από χρόνια τα συναισθήματα σου, όλα τα συναισθήματα σου. Εκείνα που αναγκάστηκες να καταπιείς για χρόνια, τα πρέπει, τα μην… Και μέσα από την μαγική εκείνη διαδικασία που δεν παύει ποτέ να με παλαβώνει, ανθρώποι που αληθινά σε αγαπούσαν, κατάφεραν να σταματήσεις. Με την συνεργεία των ιατρών και ενός απάνθρωπου και αλαζονικού συστήματος «φροντίδας».

Δεν ξέρω αν συνέχιζες, αν θα βελτιωνόσουν κι άλλο, δεν μπορώ προβαίνω σε τέτοιες προβλέψεις και προφητείες. Αυτό που ξέρω είναι ότι η υγεία σου χειροτέρεψε ραγδαία.

Ακινητοποιήθηκες, μπήκες σε μονάδα φροντίδας, ο πόνος επέστρεψε και οι θεράποντες ιατροί σου αποφάσισαν ότι ήρθε το τέλος και έτσι σου έδωσαν τεράστιες δόσεις ναρκωτικών για να σε ξαποστείλουν γρηγορότερα, τάχα για να μην υποφέρεις. Η παρέμβαση ενός αγαπημένου σου προσώπου σε έσωσε. Επανάκαμψες, άλλαξες χώρο και αργά αλλά σταθερά το χαμόγελο επέστρεψε. Μαζί με τις ελπίδες.

Συνάντησες έναν νοσηλευτή που σου ξαναμίλησε για την κάνναβη και την ανακούφιση που πρόσφερε στην ετοιμοθάνατη μητέρα του. Έτσι αποφάσισες ξανά να την ξαναβάλεις στην ζωή σου. Εξήγησες στους οικείους σου, στους νέους θεράποντες ιατρούς σου ότι αυτό ΘΑ κάνεις.

Έλαβες κατά λάθος – ποιος άραγε σε αδικεί γι’ αυτό σ’ ένα κόσμο που η γνώση για την κάνναβη και την θεραπευτική της αξία Απαγορεύεται; – μία τεράστια συμπυκνωμένη δόση την μία και μοναδική φορά που πρόλαβες, Δεν ξέρω αν τα όσα ακολούθησαν οφείλονται σε αυτή την μία και μοναδική Υπερδόση. Ξέρω όμως, όπως που τα ιστόρησαν οι δικοί σου ότι τις επόμενες λίγες μέρες ήσουν ήρεμος και μειλίχιος. Τους είπες ότι ήσουν έτοιμος και ότι δεν φοβάσαι τίποτε, τους είπες ότι όλα είναι εν τάξει. Εντάξει! Ακόμη και τα γήινα πρόλαβες να τα διευθετήσεις. Δεν άφησες καμία εκκρεμότητα πέραν από την επικείμενη κηδεία σου.

Εκεί που πάω δεν περνά
το δάκρυ και ο πόνος
τα βάσανα και οι καημοί
εδώ θα μείνουν στη ζωή
κι εγώ θα φύγω μόνος

Κι έτσι σαν να τα κανόνισες όλα, αποφάσισες να φύγεις πριν το χάραμα χωρίς κανένα στο πλάι σου, μόνος και ήσυχος, σαν ένα τελευταίο πείραγμα από το θανατηφόρο κυριολεκτικά χιούμορ σου, διδάσκοντας μας το ύστατο μάθημα της Αξιοπρέπειας. Το μήνυμα που σου στείλαμε στο κινητό σου μετά θάνατον δεν ήταν βέβαια δυνατό να απαντηθεί. «Καλημέρα ………….. μου, πώς είσαι;»

Η τελευταία μου ανάμνηση από σένα, εκείνη που θα κρατώ πάντα μέσα μου, μειδιώντας και εγώ σαν την Τζοκόντα είναι η τυχαία μας συνάντηση σε ένα τερματικό αεροδρομίου. Εσύ έτοιμος για το υπερπόντιο ταξίδι και εγώ για την επιστροφή στη νήσο των αγρίων. Έτρωγες αθεόφοβε κοκτέιλ με γαρίδες. Σε είδα και ανακατώθηκα, σκεφτόμουν πώς είναι δυνατόν να τρως κάτι τέτοιο και να ταξιδεύεις. Και γελάσαμε. Γελάσαμε με την καρδιά μας. Έμαθα μετά ότι δύο μέρες πριν φύγεις παράγγειλες ξανά να φας κάτι εξωπραγματικό, τόσο «αηδιαστικό» για την δική μου αίσθηση γαστρονομίας που με έπιασαν ξανά τα γέλια και τα κλάματα μαζί, αναγνωρίζοντας ότι αποχαιρέτισες τα πάντα, ακόμη και την γεύση! Έτσι ακριβώς όπως πρέπει σε συνειδητούς μελλοθάνατους.

Με τον θάνατο σου κάτι έσπασε μέσα μου. Είναι σαν να σβήνει σιγά σιγά η καλοσύνη από τον κόσμο. Αναγνωρίζω μέσα μου ότι ένα τουλάχιστο είδος καρκίνου κτυπά ακριβώς τους καλούς ανθρώπους σαν και σένα. Είναι σαν να υπάρχει μία αδιόρατη συμπαντική συνομωσία που να στοχεύει ιδιαίτερα τους καλούς ανθρώπους. Εκείνους που δεν είναι του κόσμου τούτου…

Και οργίζομαι φίλε μου καλέ. Βυθίζομαι στα τάρταρα της αβύσσου μέσα μου. Και σε αντίθεση με σένα το πρωτόκτιστο απώλεσα κάλλος. Και δεν μπορώ να τους συγχωρέσω. Αδυνατώ.

Δεν μπορώ να συγχωρέσω τους διώκτες μας. Πωλητικούς, εμπόρους, γιατρούς, ηγέτες αντιναρκωτικών συμβουλίων και απάνθρωπους ανΥΚΑΝους, δεν μπορώ και δεν θέλω να τους συγχωρέσω.

Αδυνατώ να συμβιβαστώ με την Δίωξη τους. Δεν τους συγχωρώ του ότι μέχρι σήμερα και ενώ βιώνουμε καθημερινά θανάτους σαν τον δικό σου αρνούνται να επιτρέψουν την πρόσβαση στο φυτό και τις θεραπευτικές του ιδιότητες. Αρνούνται την Συνείδηση, αρνούνται την Θεραπεία, αρνούνται την Ανακούφιση, αρνούνται την ίδια την Ζωή.

Δεν τους συγχωρώ!

Εύχομαι ολόψυχα το τέλος τους να είναι φρικτό γεμάτο οδύνη και οι Ερινύες Δίκης Επίκουροι να τους βασανίζουν ασταμάτητα μέχρι να ξεψυχήσουν.

Καλήν αντάμωση φίλε μου.

Όλα είναι ένα υπέροχο ψέμα
Μια ανάσα μια πνοή
Σαν λουλούδι κάποιο χέρι
Θα μας κόψει μιαν αυγή…

Σόλων Αντάρτης~solon_antartis@yahoo.com
~~~~~~~~~~~~

Δυο πόρτες έχει η ζωή / Το τελευταίο βράδυ μου

Στίχοι: Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου
Μουσική: Στέλιος Καζαντζίδης

Το τελευταίο βράδυ μου
απόψε το περνάω
κι όσοι με πίκραναν πολύ
τώρα που φεύγω απ’ τη ζωή
όλους τους συγχωρνάω

Όλα είναι ένα ψέμα
μια ανάσα μια πνοή
σαν λουλούδι κάποιο χέρι
θα μας κόψει μιαν αυγή

Εκεί που πάω δεν περνά
το δάκρυ και ο πόνος
τα βάσανα και οι καημοί
εδώ θα μείνουν στη ζωή
κι εγώ θα φύγω μόνος

Όλα είναι ένα ψέμα
μια ανάσα μια πνοή
σαν λουλούδι κάποιο χέρι
θα μας κόψει μιαν αυγή

Δυο πόρτες έχει η ζωή
άνοιξα μια και μπήκα
σεργιάνισα ένα πρωινό
κι ώσπου να `ρθει το δειλινό
από την άλλη βγήκα

Όλα είναι ένα ψέμα
μια ανάσα μια πνοή
σαν λουλούδι κάποιο χέρι
θα μας κόψει μιαν αυγή

Από:
http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=1056

AttachmentSize
el_greco_-_christ_as_saviour_-_wga10550.jpg165.34 KB

Comments

Newswire

Mon 28 May 2018
Wed 25 April 2018

Syndicate

Syndicate content Features

Syndicate content Newswire