User login

Navigation

Global IMC Network

Με Αφορμή τα Συμβαίνοντα στον Χώρο της Παιδείας

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2018


Με Αφορμή τα Συμβαίνοντα στον Χώρο της Παιδείας
 

Έχω πολύ προβληματιστεί αν και κατά πόσο θα έπρεπε να μιλήσω για όσα συμβαίνουν στον χώρο του τεράστιου θέματος της Παιδείας. Ο λόγος, επειδή για χρόνια τώρα απέχω (από το 2004) από την ενεργό δράση, αφού (οικειοθελώς) έχω πρόωρα συνταξιοδοτηθεί.

Ωστόσο, το ότι έπαψα να είμαι εν ενεργεία εκπαιδευτικός, δε σημαίνει ότι έπαψα να είμαι ενεργός πολίτης και ένας βαθιά ενδιαφερόμενος άνθρωπος για την Παιδεία, την οποία υπηρέτησα για τριάντα συνεχή χρόνια.

Άλλωστε, όπως πολύ ενοχλημένη μου είπε μια φίλη που μου ζήτησε να της εξηγήσω κάτι κάποτε «εσείς οι δάσκαλοι, δάσκαλοι γεννηθήκατε και δάσκαλοι θα πεθάνετε!». Για κείνην ήταν μομφή. Για μένα τιμή και καμάρι μου.

Έτσι λοιπόν, αποφάσισα να μιλήσω, όχι με την από καθέδρας πολυμάθεια και πολυγνωσία, που ένας επιστήμονας διαθέτει, αλλά με το απόσταγμα της πείρας και τη ζέση της καρδιάς.

Γιατί η Παιδεία είναι η ταυτότητα και η σφραγίδα ενός τόπου, είναι η βάση της φιλοσοφίας της κάθε Πολιτικής, είναι ό,τι καθρεφτίζει το παρόν μιας χώρας και καθορίζει το μέλλον της.

Άρα το τι συμβαίνει στον χώρο της Παιδείας δεν μπορεί να αφήνει αδιάφορο κανένα μας είτε έχουμε παιδιά είτε όχι, είτε έχουμε να κάνουμε με τον χώρο της Παιδείας είτε όχι.

Τότε, γιατί προβληματίστηκα και άργησα τόσο να μιλήσω; Γιατί δεν είμαι (δεν υπήρξα) παρά ένα ταπεινός εργάτης της Παιδείας, που η γνώμη μου πολύ μικρή βαρύτητα μπορεί να έχει ή να χαρακτηριστεί αμελητέα. Ωστόσο, όταν όλοι βγαίνουν και μιλούν, κάποτε άκριτα και απερίσκεπτα, με προχειρότητα και μονομέρεια, ένιωσα ότι όσο μηδαμινή και αν είναι η άποψή μου, δε γίνεται να μην την καταθέσω.

Γιατί; Από τη μια, η τόσων χρόνων αποχή μου από την ενεργό δράση μού αφαιρεί ασφαλώς την απαραίτητη γνώση όλων των δεδομένων, ώστε να μπορώ να μιλήσω, χωρίς να αδικώ τους εν ενεργεία συναδέλφους, από την άλλη, η στροφή μου σε άλλους τομείς ενδιαφερόντων, ασφαλώς με έχει κρατήσει μακριά από την επιστημονική ενημέρωση, οπότε δε μου μένει παρά η υποκειμενική αντίκριση και τοποθέτηση σε όσα θα αγγίξω.
Παρ’ όλα αυτά, θα μιλήσω. Γιατί το να σωπαίνει κανείς απέναντι σε μη αρεστά αποτελεί συνέργια και πάνω σ’ αυτή τη σιωπηλή – φοβισμένη – πλειοψηφία είναι που στηρίζονται τα δικτατορικά/φασιστικά καθεστώτα.

Στο προκείμενο λοιπόν.

Στα τριάντα χρόνια της υπηρεσίας μου, έχω δει τρεις τύπους συναδέλφων:
α) αυτούς, που δε σηκώνουν κεφάλι από τη δουλειά, που χρησιμοποιούν ακόμη και το πεντάλεπτο διάλειμμα για να αποτελειώσουν μια δουλειά (να διορθώσουν διαγωνίσματα, να κρατήσουν σημειώσεις, να φρεσκάρουν κάτι) και που όταν τους μιλάς, σηκώνουν για λίγο το κεφάλι και μετά συνεχίζουν τη δουλειά τους)
β) αυτούς, που με συνέπεια και με όσα προσόντα διαθέτουν κάνουν φιλότιμα και υπεύθυνα τη δουλειά τους
γ) αυτούς που μεταξύ αστείου και σοβαρού, σύνθημά τους (είτε το λένε είτε όχι) είναι «συνάδελφοι, στόχος ο Ιούνιος!».

Οι πρώτοι αυτοί, που κάνουν πρωταθλητισμό στην Παιδεία και βέβαια είναι οι λίγοι, όπως άλλωστε σε κάθε χώρο (στον ίδιο τον χώρο του Αθλητισμού), γιατί δεν είναι όλοι πλασμένοι για πρωταθλητισμό.

Οι δεύτεροι είναι η μεγάλη πλειοψηφία των συναδέλφων, που δεδομένων των ιδιαίτερων συνθηκών του καθενός, κάποιοι (κυρίως κάποιες) από αυτούς υπερβαίνουν τον εαυτό τους, για να πράξουν το καθήκον τους. 

Οι τρίτοι είναι λίγο πολύ της πλάκας, καλά να περνάμε, τον μισθό μας να παίρνουμε και εκείνοι που είναι να μάθουν θα μάθουν, οι άλλοι… τι να σκοτίζεσαι τώρα! Άλλωστε, έχουν και τους γονείς τους, ας φροντίσουν εκείνοι!

Υπάρχει βέβαια και η «ελαχιστότατη» μειοψηφία εκείνων, που «κατά λάθος» βρέθηκαν στον χώρο της Παιδείας και αυτούς επικαλούνται – όποτε τους βολεύει – το Υπουργείο, οι γονείς, η κοινωνία  για να τσουβαλιάσουν όλους τους καθηγητές/δασκάλους και να τους βγάλουν άχρηστους.

Αλλά, αν κάποιος δεν δικαιούται να κάνει αυτή τη χοντροκοπιά, πρώτο και πριν από όλους είναι το Υπουργείο Παιδείας και όλοι όσοι το συναποτελούν, γιατί είναι πρωτίστως δική τους δουλειά να ταχτοποιήσουν το θέμα. Όμως, ποια είναι η πρακτική και φιλοσοφία του Υπουργείου; «Δεν μπορούμε να τους απολύσουμε, γιατί θα θέλουν αποζημίωση!» Και τι είναι καλύτερο; Να πληρώνει η Παιδεία και τα Παιδιά, για να μην πληρώσει η Κυβέρνηση; Άλλωστε είναι καλό προπέτασμα καπνού, όταν χρειάζεται.

Στην καλύτερη περίπτωση βέβαια και οι περισσότεροι εστιάζουν στην τρίτη κατηγορία των συναδέλφων, ανοίγοντας το «τσουβάλι» και συμπεριλαμβάνοντας όλους του συναδέλφους συλλήβδην, σάμπως να είναι η μόνη υπάρχουσα κατηγορία, αδικώντας έτσι και πικραίνοντας τους συναδέλφους, που φιλότιμα ασκούν τα καθήκοντά τους.

Γι’ αυτό, πιστεύω, παρουσιάστηκε το φαινόμενο της τόσο μαζικής συμμετοχής των εκπαιδευτικών στο συλλαλητήριό τους, εν μέσω καλοκαιριού.
Φυσικά, πολλοί είπαν «για την τσέπη» τους! Μιλούν έτσι, επειδή δεν έπραξαν, δεν ξέρουν, αν και πολλοί είναι αυτοί που δεν τα βγάζουν πέρα με τα δικά τους παιδιά και απορούν πώς τα καταφέρνουν οι δάσκαλοι.

Και ερχόμαστε στην αντιπαράθεση Υπουργείου – Εκπαιδευτικών Οργανώσεων, που πλέον (πράγμα ιδιαίτερα δυσάρεστο) έχει αρχίσει να παίρνει διαστάσεις αντιπαλότητας και αλληλοκατηγοριών με τρόπο, που ούτε στο Υπουργείο (και τους ανθρώπους του) ταιριάζει ούτε, ασφαλώς, στους συναδέλφους. Ο Θεσμός πρέπει να γίνεται σεβαστός και ο Εκπαιδευτικός πρέπει να είναι προσεκτικός και να μην εκτρέπεται.
Και φτάνουμε στο προκείμενο.

Γιατί δημιουργήθηκε η «κρίση» στην Παιδεία;

Κατ’ αρχήν γιατί, αφού υπάρχει κρίση παντού, δεν υπήρχε περίπτωση να γλυτώσει η Παιδεία. Παρ’ όλα αυτά, θα μπορούσε (ίσως) να μην εκτραπεί, γιατί προς τα εκεί βαδίζει.

Και γιατί οξύνθηκε τόσο;

Γιατί, από τη μια, στις ενέργειες και τις δηλώσεις του Υπουργείου, που βέβαια είναι φορέας και εκφραστής της Κυβερνητικής Πολιτικής και στάσης, υπάρχει ή ψυχανεμίζεται κάποιος ένα κρυμμένο «αβραντινί, θα σας δείξω εγώ!», πράγμα που όχι μόνο συμμερίζεται, αλλά υπερθεματίζει ο Γενικός Ελεγκτής του Κράτους, ο οποίος – κατά τα άλλα – έχει τον σχεδόν απόλυτο σεβασμό και υποστήριξή μου, που, με το δίκιο τους, κάνει τους εκπαιδευτικούς να αισθάνονται θιγμένοι και αγνοημένοι, και από την άλλη, επειδή ακριβώς έχει εκδηλωθεί αυτή η στάση και πρόθεση του Υπουργείου και της Κυβέρνησης, προκαλεί την ανάλογη αντίδραση των συναδέλφων.

Πράγμα που έχει δημιουργήσει μια διελκυστίνδα ανάμεσα Υπουργείου – Εκπαιδευτικών. Και από τη μια, το Υπουργείο συμπεριφέρεται, όπως παλιότερα (πριν την κατάκτηση των δικαιωμάτων των εγαζομένων) οι άτεγκτοι εργοδότες, που θεωρούσαν το εργατικό = δουλικό προσωπικό και επομένως πίστευαν ότι δεν είχαν να δώσουν λογαριασμό σε κανένα ούτε καμιά αποζημίωση, αν τυχόν ένας εργαζόμενος έχανε τη ζωή ή την υγεία του εν ώρα εργασίας, από την άλλη, οι Εκπαιδευτικοί και οι Συνδικαλιστές τους, βλέποντας τα δικαιώματα, που είχαν αποκτήσει με απεργίες και όλα τα σχετικά, να ξηλώνονται, αν όχι να καταπατούνται, αλλά κυρίως – ξέροντάς τους – θιγμένοι από την όλη (περιφρονητική και σχεδόν μηδενιστική) στάση απέναντι στο έργο και την προσφορά τους των Ιθυνόντων, ναι, αντιδρούν και – δυστυχώς, φτάνουν ακόμη και να εκτρέπονται.
Ποιος λοιπόν έχει δίκαιο και ποιος άδικο;

Θα ξέρετε, φαντάζομαι το περίφημο «ανέκδοτο» του Νασρεντίν Χότζα, που δυο γείτονες μάλωναν. Έρχεται λοιπόν ο ένας γείτονας και λέει του Χότζα «Χότζα μου, έτσι κι έτσι κι έτσι έγιναν τα πράματα. Δεν έχω δίκιο;» «Δίκαιο έχεις, παιδί μου!» Έρχεται ο δεύτερος και λέει «Χότζα μου, έτσι κι έτσι και αλλιώς έγιναν τα πράματα. Δίκιο δεν έχω, Χότζα μου;» «Δίκαιο έχεις, παιδί μου.» Η γυναίκα του, που άκουγε από την κουζίνα, λέει του Χότζα «Χότζα μου, ήρθε ο ένα γείτονας, είπε αυτά κι αυτά και του είπες ότι έχει δίκαιο. Ήρθε ο άλλος γείτονας και σου είπε τα εντελώς αντίθετα, και πάλι δίκιο έχεις, του είπες. Τελικά, ποιος έχει δίκαιο;» «Κι εσύ δίκαιο έχεις, γυναίκα…»

Για να δούμε, λοιπόν, ποιος έχει δίκαιο, πρέπει να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή ή να εξετάσουμε τα δεδομένα και από τις δύο πλευρές.
Έχει δίκαιο το Υπουργείο να θέλει «εξορθολογισμό» της Παιδείας; (Πάντα βρίσκουμε ωραίες λέξεις για να κρύβουμε τις πραγματικές προθέσεις.)
Και βέβαια έχει! Πώς θα το κάνει όμως; Περικόβοντας, πετσοκόβοντας και υποτιμώντας το έργο των εκπαιδευτικών;

Πρώτα πρώτα ας δούμε σοβαρά το μερίδιο του δίκαιου, που έχει το Υπουργείο. Όντως υπάρχει ζημιά του Υπουργείου από  ώρες πληρωμένες μεν, χαμένες δε. Κι αυτό γιατί; Γιατί τους «καλούς καιρούς» οι ευνοημένοι εκπαιδευτικοί – πάντα οι ημέτεροι – έπαιρναν ώρες, είτε για να υπηρετήσουν σε πόστα εκτός αίθουσας διδασκαλίας είτε για να τους χαριστούν, επειδή περίσσευαν. Πώς γίνεται αυτό;

Το μεν πρώτο έδινε «πρεστίζ» και στους επιθεωρητές, που είχαν να προτείνουν «καμάρια» καθηγητές (υποθέτω και δασκάλους), με αποτέλεσμα να τους προτείνουν μετάβαση σε μια άλλη υπηρεσία (Ανάπτυξης Προγραμμάτων, για παράδειγμα), αλλά και στους συναδέλφους, που πολλές φορές δέχονταν την «αναβάθμιση», έστω και αν δεν ήξεραν τι θα πήγαιναν να κάνουν, φτάνει που είχαν «αναγνωριστεί». Έτσι, (προσωπική εμπειρία) αφού, μετά από ένα εξάμηνο απραξίας, δόθηκε σε μια συνάδελφο το καθήκον να συντάξει Ανθολόγιο Κυπριακής Λογοτεχνίας, ήρθε πανικόβλητη σε μένα «σε παρακαλώ, εσύ που διαβάζεις, πες μου μερικά βιβλία να διαβάσω, γιατί μου ανατέθηκε αυτό το καθήκον.» (Η κρίση δική σας…)

Το δε δεύτερο, γίνεται γιατί, μετά την παραχώρηση ωρών σε συναδέλφους για πρόσθετα καθήκοντα, που έχουν σε εξωδιδακτικό χρόνο, όπως υπευθυνότητα τμήματος, ανάληψη θεατρικών παραστάσεων, περιοδικού, προετοιμασίας εργαστηρίων κ.λπ.), σε κάθε ή κάποια σχολεία τύχαινε να περισσεύουν μία ή δύο ώρες, τις οποίες οι διευθυντές «χάριζαν» κατά το δοκούν και με διάφορες δικαιολογίες σε ορισμένους συναδέλφους. Στο σύνολο όμως των σχολείων παγκύπρια, αυτές οι ώρες ασφαλώς και ήταν (και είναι) πολλές, άρα ζημιά για το Υπουργείο. Άρα, είναι θέμα του Υπουργείου το πώς θα λύσει αυτό το ζήτημα και δεν είναι λόγος για να υποτιμά ή να θέλει να εξαλείψει την προσφορά των συναδέλφων.

Βέβαια, μέσα σ’ αυτές τις χαρισμένες ώρες είναι και αυτές που έχουν δοθεί στους συνδικαλιστές, για να επισκέπτονται τα διάφορα σχολεία και να συζητούν τις διάφορες ανάγκες ή τα προβλήματα, με σκοπό να προσπαθούν ή να μεσολαβούν για την επίλυσή τους.

Τώρα, το αν και κατά πόσο γίνεται αυτό (και όχι ένα σουλάτσο από σχολείο σε σχολείο για δημόσιες σχέσεις και κατ’ επέκταση την επανεκλογή τους) δεν είμαι σε θέση να το γνωρίζω, αλλά, όπως συμβαίνει με όλες τις περιπτώσεις, μπορώ, νομίζω να υποθέσω ότι υπάρχουν και οι δύο κατηγορίες, αλλά σε ποια αναλογία επίσης δεν μπορώ να το γνωρίζω.

Άρα, έχει δίκαιο το Υπουργείου να θέλει να συμμαζέψει αυτή τη σπατάλη. Όμως, γιατί θα πρέπει να το κάνει με τυμπανοκρουσίες και με το «αβραντινί»;

Προσωπικά πιστεύω ότι «φωνάζει ο κλέφτης», όταν έχει λερωμένη τη φωλιά του. Ας την καθαρίσει λοιπόν το Υπουργείο, όμορφα και τίμια και νοικοκυρεμένα. Δε νομίζω ότι κανείς θα αντιδρούσε σε μια τέτοια ενέργεια. Αλλά τότε, πώς θα έμενε περιθώριο για την ταχτοποίηση των ημετέρων; (Γιατί αυτό είναι εκ των ων ουκ άνευ!)

Ερχόμαστε τώρα στους Εκπαιδευτικούς και τους Συνδικαλιστές. Ποιος έβαλε το χέρι στο μέλι και δεν το έγλειψε; Καλά εργάστηκαν οι Συνδικαλιστές μας και καλά πέτυχαν πολλά από τα κεκτημένα, γιατί όντως τα περισσότερα από αυτά ήταν αναγκαία, ναι μεν για την «αλάφρυνση» των εκπαιδευτικών, αλλά για ποιο λόγο; Για την καλύτερη απόδοσή τους.

Να πω τώρα, ότι αυτό κάποιοι το θεωρούν «κεκτημένο» και «δικαίωμα» για να κάνουν λιγότερη δουλειά; Ναι, και αυτό συμβαίνει σε ένα μικρό ποσοστό, αλλά αυτό είναι πλέον θέμα συνείδησης και εκεί δεν μπορεί να επέμβη κανείς, παρά μόνο το ίδιο το Υπουργείο μέσω των Επιθεωρητών του, αν και αυτοί θελήσουν να κάνουν σωστά και αντικειμενικά το καθήκον τους και να μην επηρεάζονται από την «ημετερότητα». (Τόσα χρόνια στην Παιδεία, έχουν δει πολλά τα μάτια μου, ακούσει τα αυτιά μου και υποστεί η «αφεντιά» μου.)

Άρα, ό,τι και αν συμβαίνει το Υπουργείο έχει την πρώτη και τελευταία υποχρέωση, φτάνει να είναι τίμιο στις προθέσεις του, γιατί, όσο κι αν οι ωραιοποιημένες ή ακαταλαβίστικες για πολλούς λέξεις παν να ρίξουν στάχτη στα μάτια, η αλήθεια παραμένει αμείλικτη, έστω και αν την σπρώχνουμε κάτω από το χαλί ή πίσω από την πόρτα.

Οι λέξεις δεν μπορεί να είναι η ασπίδα της Πολιτείας, γιατί οι πραγματικές προθέσεις της φαίνονται στην πράξη και στο αποτέλεσμα.
Γιατί, για παράδειγμα, η Πολιτεία δεν προβληματίζεται για το αποτέλεσμα της παρεχόμενης και ασκούμενης Παιδείας ή μάλλον αφού το κάνει (δεν αμφιβάλλω), γιατί δεν εξετάζει βαθιά το θέμα, παρά, πολύ επιφανειακά και επιπόλαια, κατά την άποψή μου, θέλει να φορτώσει όλη και αμέριστη την ευθύνη στις πλάτες των εκπαιδευτικών;

Ευχαριστώ για τη φιλοξενία

Αναστασία Τζενετζή – Αθηαινίτου, φιλόλογος
Άννα Τενέζη, συγγραφέας
 

Comments

Newswire

Mon 28 May 2018

Syndicate

Syndicate content Features

Syndicate content Newswire